Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Διαγραφές και εσωκομματική δημοκρατία


Δημοσιευμένο άρθρο του Κώστα Χρυσόγονου στην Εφημερίδα των Συντακτών


Το άρθρο 16 παρ. 5 του Κανονισμού της Βουλής ορίζει ότι «οι μεταβολές στη σύνθεση Κοινοβουλευτικής Ομάδας γνωστοποιούνται στον Πρόεδρο της Βουλής.. με ενυπόγραφη δήλωση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, αν πρόκειται για διαγραφή». Εξάλλου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιο άρθρου «ο Αρχηγός του Κόμματος θεωρείται Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κόμματός του, αν είναι Βουλευτής».
Οι διατάξεις αυτές του Κανονισμού της Βουλής έχουν «ερμηνευθεί» στην κοινοβουλευτική πρακτική ότι θεσπίζουν κανόνες λειτουργίας των κομμάτων και ειδικότερα ότι καθιερώνουν «δικαίωμα» του εκάστοτε αρχηγού να διαγράφει με προσωπική του απόφαση οποιονδήποτε βουλευτή.
Τούτο έχει συμβεί σε πολλές δεκάδες περιπτώσεις, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως και την προηγούμενη εβδομάδα, με την απλή αποστολή σημειωμάτων διαγραφής βουλευτών από τους αρχηγούς διαφόρων κατά καιρούς κομμάτων και την αβασάνιστη και άμεση αποδοχή τους από το (εκάστοτε) Προεδρείο της Βουλής. Πρόκειται όμως για πρόδηλη παρερμηνεία του άρθρου 16 του Κανονισμού.
Όπως έχω επισημάνει σε ανύποπτο χρόνο (βλ. Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, 2003, σ. 277 επ. με περαιτέρω ενδείξεις), από το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος απορρέουν δύο, παραπληρωματικές μεταξύ τους, αρχές για το δίκαιο των κομμάτων, δηλ. αφενός η αρχή της μη - επέμβασης του κράτους στα εσωτερικά τους και αφετέρου η αρχή της εσωκομματικής δημοκρατίας.
Το άρθρο 16 του Κανονισμού οφείλει να ερμηνεύεται υπό το φως του Συντάγματος, δεδομένου ότι το τελευταίο είναι ο θεμελιώδης νόμος του κράτους. Και όμως, η «ερμηνεία» που του δίνουν στη πράξη (χωρίς εννοείται καμία αιτιολογία ή άλλη θεμελίωση) οι αρχηγοί των κομμάτων και το Προεδρείο της Βουλής παραβιάζει και τις δύο αυτές αρχές ταυτόχρονα, αφού έτσι ο Κανονισμός εμφανίζεται να επιβάλει στα κόμματα καθεστώς οιονεί απόλυτης μοναρχίας, και να δίνει τη δυνατότητα στον αρχηγό να «αποκεφαλίζει» πολιτικά κάθε αντιφρονούντα βουλευτή.
Η ορθή ερμηνεία του άρθρου 16 του Κανονισμού θα ήταν ότι η ενυπόγραφη δήλωση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας (δηλ. αρχηγού κόμματος) περί διαγραφής βουλευτή είναι παραδεκτή και καταχωρείται από το Προεδρείο της Βουλής μόνο εφόσον συνοδεύεται από σχετική απόφαση του αρμόδιου, σύμφωνα με το Καταστατικό του κόμματος, πειθαρχικού οργάνου (έτσι π.χ. στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το άρθρο 7 του Καταστατικού προβλέπει ότι η ιδιότητα του μέλους αφαιρείται με απόφαση της οικείας οργάνωσης μελών και πλειοψηφία ¾, ενώ ο Κώδικας Δεοντολογίας των βουλευτών ορίζει ότι το κόμμα μπορεί να ζητήσει την παραίτηση βουλευτή με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής ή του Συνεδρίου του).
Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλισθεί στοιχειωδώς θεσμική και δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την επιτέλεση του συνταγματικού τους ρόλου ως διαμεσολαβητών μεταξύ κοινωνίας και κράτους με φορά από την πρώτη προς το δεύτερο και όχι το αντίστροφο.
Οι παθογένειες στην λειτουργία των κομμάτων ήταν ένας από τους αιτιακούς παράγοντες της περιπέτειας που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υπερβούμε τις συνέπειες της χρεοκοπίας αν δεν αναιρέσουμε πρώτα μία προς μία τις αιτίες της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου