Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Οικοδομώντας ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος

    Η Ελλάδα ταλαιπωρήθηκε στα προηγούμενα χρόνια από μια πρωτοφανή σε καιρό ειρήνης οικονομική κρίση, με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) σε τρέχουσες τιμές να μειώνεται σχεδόν κατά το ένα τρίτο μέσα σε μια δωδεκαετία (από 237 δις ευρώ το 2009 στα 165 δις το 2020). Το δημόσιο χρέος, αν και παρέμεινε σε γενικές γραμμές στα ίδια επίπεδα σε απόλυτους αριθμούς μετά την αναδιάρθρωσή του (συντεταγμένη χρεωκοπία) το 2012, έχει εκτοξευθεί σε ύψος άνω του 200% του ΑΕΠ λόγω της προαναφερόμενης πτώσης του τελευταίου. Ως να μην έφθαναν αυτά, η χώρα αντιμετωπίζει ένα από τα χειρότερα προβλήματα υπογεννητικότητας παγκοσμίως, με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για έναν πληθυσμό της τάξης των μόλις 7,5 εκατομμυρίων στο όχι και τόσο μακρινό έτος 2060. Προκύπτει συνεπώς ένα εφιαλτικό σκηνικό, όπου η υπερχρέωση του κράτους, σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση και την πληθυσμιακή συρρίκνωση, θα οδηγήσει με βεβαιότητα κάποια στιγμή στην κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος και πιθανόν σε νέα και χειρότερη χρεοκοπία. Η πραγματική κατάστασή μας γίνεται σε κάποιον βαθμό αντιληπτή από την κοινωνία, όπου κυριαρχούν συναισθήματα απογοήτευσης και φόβου για το μέλλον. Το ζητούμενο ωστόσο είναι η κοινωνία αυτή να αντιδράσει, αλλάζοντας νοοτροπίες και συμπεριφορές και διεκδικώντας κάτι καλύτερο για το αύριο αυτού του τόπου. Το καλύτερο είναι μάλλον ουτοπικό όμως να το περιμένουμε για όσο διάστημα εξακολουθούν να κυριαρχούν δύο πολιτικές δυνάμεις βαθιά συντηρητικές επί της ουσίας, δηλ. αφενός η «Νέα Δημοκρατία» και αφετέρου ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το ότι κανένα από τα δύο κόμματα δεν διαθέτει μια δυναμική πραγματικής ανανέωσης αποδείχθηκε δυστυχώς κατά την τετραετία 2015-2019 για τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση και αποδεικνύεται καθημερινά για την τωρινή κυβέρνηση έκτοτε. Εξάλλου, σε αντίθεση προς ό,τι συνέβη σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία), σ’ εμάς νέα πολιτικά σχήματα δεν μπόρεσαν να μακροημερεύσουν και να μεγαλώσουν σε βαθμό επαρκή ώστε να διεκδικήσουν ή και να κατακτήσουν την εξουσία. Άρα η αλλαγή σελίδας που χρειάζεται η Ελλάδα προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει μακροπρόθεσμα εδώ ο ελληνισμός (αφού αυτό είναι, χωρίς καμία υπερβολή, το μακροπρόθεσμο ιστορικό στοίχημα), θα πρέπει να προέλθει μέσα από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Μια πολιτική δύναμη πέρα από τα δύο σημερινά μεγάλα κόμματα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να προτείνει και, εφόσον το εγκρίνει ο ελληνικός λαός, να εφαρμόσει νέες προοδευτικές πολιτικές, αποδομώντας το πελατειακό σύστημα και οικοδομώντας ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος που θα δρομολογήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και θα ανακόψει τον δημογραφικό κατήφορο. Μετά την ανάληψη της ηγεσίας του από ένα νέο και άφθαρτο πρόσωπο, όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης, το ΚΙΝΑΛ δημιουργεί την ελπίδα πως θα μπορέσει ν’ αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Άλλωστε η μεταβολή φαίνεται από τις πρώτες κιόλας μέρες να συνοδεύεται από μία νέα προσέγγιση των προβλημάτων του τόπου, στη βάση ρεαλιστικών εκτιμήσεων και κοστολογημένων προτάσεων. Ένας παραπέρα λόγος αισιοδοξίας είναι ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος, έχοντας μείνει εκτός του νυμφώνος της εξουσίας μετά το 2011 (αυτοδύναμος), ή έστω το 2015, είχε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του από τους άλλους δύο (ΝΔ – ΣΥ.ΡΙΖ.Α) για αναστοχασμό και ανασυγκρότηση. Τα υπόλοιπα θα φανούν όταν έρθει η ώρα των εκλογών.

Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 22.1.2022

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

Καινούργια Ελπίδα

Η εκλογή με μεγάλη πλειοψηφία ενός νέου και πολιτικά άφθαρτου προσώπου όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης στην ηγεσία του τρίτου σε εκλογική δύναμη κόμματος δρομολογεί μια καινούρια ελπίδα για τη χώρα. Οι πρώτες μετεκλογικές δημοσκοπήσεις αφήνουν να εννοηθεί ότι η κοινωνία  αρχίζει να ξανασκέφτεται τις βασικές πολιτικές της επιλογές, σε αντίθεση προς  τα προηγούμενα δυόμισυ χρόνια, όπου το πολιτικό σκηνικό φαινόταν να είναι παγιωμένο. 

Η έλλειψη εξάλλου θεαματικών μεταβολών στα δημοσκοπικά ευρήματα από το φθινόπωρο του 2019 έως πρόσφατα δεν υποδήλωνε  ότι είναι αδύνατο να προκύψουν εξελίξεις στις πολιτικές ισορροπίες. Το ισχυρό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας σχετίζεται με περισσότερο με την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πείσει ότι θα μπορούσε, εάν  επανερχόταν στην εξουσία, να κάνει κάτι καλύτερο από όσα έκανε στην προηγούμενη κυβερνητική του θητεία και λιγότερο με την ικανοποίηση των ψηφοφόρων από τη  σημερινή κυβέρνηση. Η τελευταία έχει εστιάσει  στην αντιμετώπιση των, μεγάλων βέβαια, προβλημάτων που έχει προκαλέσει η πανδημία και έχει προχωρήσει ελάχιστα έως καθόλου στην αντιμετώπιση των δομικών αδυναμιών  του κράτους και της χώρας. Η πολυνομία και η ασάφεια του νομοθετικού καθεστώτος παραμένει, η γραφειοκρατία δεν έχει περιορισθεί δραστικά, οι ρυθμοί απονομής της δικαιοσύνης δεν έχουν επιταχυνθεί και το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να διογκώνεται σταθερά.  Ακόμη και σε συμβολικό επίπεδο, τα περιβόητα έργα στο Ελληνικό κατ΄ ουσία δεν έχουν αρχίσει όχι σε 100 ημέρες αλλά ούτε σε 2,5 χρόνια, το μετρό στη Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να αγνοείται και γενικότερα δεν υπάρχει καμία θεαματική  εξέλιξη ικανή να δημιουργήσει  αισιοδοξία για το μέλλον του τόπου. Αργά ή γρήγορα όλα αυτά δεν μπορούν παρά να μεταφρασθούν σε πολιτική φθορά για τη Νέα Δημοκρατία.    

Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την έλλειψη ουσιαστικής αυτοκριτικής για τα κυβερνητικά πεπραγμένα της περιόδου 2015-19 και νέων ιδεών για το μέλλον, είναι φανερή η αναντιστοιχία μεταξύ της οργανωμένης βάσης του κόμματος και της εκλογικής του επιρροής. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παραμείνει πεισματικά προσκολλημένος σε μια οργάνωση λίγων χιλιάδων μελών, σχεδόν την ίδια από τότε που αγωνιζόταν να υπερβεί το όριο του 3% . Οι προκείμενες σ΄ αυτόν συνδικαλιστικές και αυτοδιοικητικές  παρατάξεις καταγράφουν ως επί το πλείστον μονοψήφια εκλογικά ποσοστά, ενώ οι εσωκομματικές του διαδικασίες  δεν ενδιαφέρουν κανέναν εκτός από τα στελέχη του. Το χειρότερο  είναι ότι ο νέος σε ηλικία πρόεδρός του μοιάζει ολοένα και πιο παλιός  από πολιτική άποψη, περιβάλλεται από αυλοκόλακες   και ανέχεται προσπάθειες υπονόμευσης εκ των έσω εναντίον όσων πρώην υπουργών διαθέτουν ένα έστω ελαφρώς διακριτό πολιτικό στίγμα. Με άλλες λέξεις η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση όχι μόνο δεν δείχνει να μπορεί να πραγματοποιήσει άνοιγμα προς την κοινωνία, αλλά περιπίπτει σε μια ολοένα χειρότερη εσωστρέφεια.

Ακριβώς ένα άνοιγμα προς την κοινωνία και ιδίως προς τη νεολαία χρειάζεται να επιχειρήσει ο χώρος της κεντροαριστεράς αν θέλει να ξαναγίνει κόμμα εξουσίας. Αυτό βέβαια προϋποθέτει όχι μόνο ένα νέο πρόσωπο στην ηγεσία του, αλλά και ένα νέο κυβερνητικό πρόγραμμα, αρθρωμένο γύρω από τις πραγματικές ανάγκες αυτού του τόπου, με έμφαση στην αποδόμηση του πελατειακού συστήματος και την οικοδόμηση ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους, σε όφελος των πολλών μη – προνομιούχων και όχι της οικονομικής και επικοινωνιακής ολιγαρχίας. Το κατά πόσο θα το κατορθώσει μένει να φανεί σε έναν ορίζοντα μηνών, ως τις επόμενες εκλογές, η ετών, ως τις μεθεπόμενες.      

 Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 20.12.2021

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα νέο ξεκίνημα


Η επικείμενη εκλογή νέου αρχηγού του ΚΙΝ.ΑΛ. μπορεί να σηματοδοτήσει την αλλαγή σελίδας για τον πολιτικό χώρο της κεντροαριστεράς που εξακολουθεί να βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση, δώδεκα χρόνια μετά την  εκλογική νίκη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 2009. Μέσα στη δωδεκαετία αυτή σημειώθηκαν σεισμικές αλλαγές στο πολιτικό τοπίο  της χώρας, με κυριότερη τη μετακίνηση του κύριου όγκου των ψηφοφόρων του κεντροαριστερού χώρου στον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το ζητούμενο  για το ΚΙ.ΝΑΛ. είναι να ανακτήσει την κρίσιμη τούτη μάζα ψηφοφόρων, ώστε να  ξαναγίνει κόμμα εξουσίας και να αμφισβητήσει τη φαινομενική παντοδυναμία της «Νέας Δημοκρατίας».

  Ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ασφαλώς δύσκολο και θα χρειαστεί χρόνο, δεν είναι όμως ακατόρθωτο. Υπάρχει άλλωστε το ιστορικό προηγούμενο του 1958- 1961, όταν η τότε ΕΔΑ είχε αναδειχθεί σε αξιωματική αντιπολίτευση,  αλλά στη συνέχεια συρρικνώθηκε και πάλι, μετά τη συγκρότηση της Ένωσης Κέντρου . Και πέρα όμως από την ιστορία, γεγονός είναι ότι ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. δεν εχει  διευρύνει την  περιορισμένη βάση των κομματικών μελών του και  η επιρροή των προσκείμενων σ΄ αυτόν παρατάξεων στον συνδικαλισμό και την τοπική/περιφερειακή αυτοδιοίκηση παραμένει σαφώς μικρότερη από ό,τι των αντίστοιχων του ΚΙΝ.ΑΛ. Άρα η κοινωνική του αγκύρωση είναι πιο αβέβαιη από όσο δείχνουν τα αποτελέσματα της επταετίας 2012-2019 σε επίπεδο βουλευτικών εκλογών και ευρωεκλογών. 

Το ΚΙΝ.ΑΛ. δεν μπορεί να επανασυνδεθεί με τον κόσμο του, δηλ. κατά βάση με τους μη – προνομιούχους της ελληνικής κοινωνίας, αναδιφώντας το παρελθόν. Πρέπει να πείσει τους ψηφοφόρους ότι διαθέτει πρόγραμμα για το μέλλον,  πιο φιλολαϊκό από εκείνο της «Νέας Δημοκρατίας» και πιο ρεαλιστικό από αυτό του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το ΚΙΝ.ΑΛ. χρειάζεται να υποβάλει στο εκλογικό σώμα μια πρόταση εξουσίας που θα συνδυάζει την αναπτυξιακή οικονομική δυναμική, η οποία αποδεδειγμένα λείπει από τον πολιτικό λόγο αλλά και την κυβερνητική πρακτική του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, με την κοινωνική δικαιοσύνη/αναδιανομή υπέρ των ασθενέστερων, που βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό έξω από την οπτική της «Νέας Δημοκρατίας». Και πέρα από  αυτό, για να δείξει ότι μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα προς το καλύτερο, πρέπει να αλλάξει και το ίδιο, κατακτωντας ένα ανωτερο επίπεδο δημοκρατικής λειτουργίας στο εσωτερικό του, σε αντιδιαστολή τόσο προς τον αρρωστημένο ηγεμονισμό του Αλέξη Τσίπρα , όσο και προς την κληρονομική φεουδαρχία των βαρώνων της «Νέας Δημοκρατίας». 

Οι  ηγετικές προσωπικότητες παίζουν πάντα ρόλο, συμβολικό και όχι μόνο. Η Φώφη Γεννηματά κατόρθωσε να ανακόψει την πορεία προς την άβυσσο, επιδεικνύοντας στις κρίσιμες στιγμές κοινή λογική και πολιτική ενσυναίσθηση. Αυτός όμως που βάζει φρένο στην πτώση δεν ταυτίζεται κατ΄ ανάγκη με εκείνον που θα εξασφαλίσει την αναγκαία ώθηση για την άνοδο. Για να δρομολογηθεί η τελευταία χρειάζεται στροφή προς τη νέα γενιά, η οποία εδώ και καιρό έχει γυρίσει την πλάτη της στην κεντροαριστερά. Χρειάζεται ένα πρόσωπο νέο και άφθαρτο, για ένα νέο ξεκίνημα. Από τις γνωστές υποψηφιότητες για την ηγεσία του ΚΙΝ.ΑΛ. τα χαρακτηριστικά αυτά φαίνεται να τα συγκεντρώνει περισσότερο εκείνη του Νίκου Ανδρουλάκη. 

Πέρα από τα πρόσωπα βέβαια καθοριστικής σημασίας είναι και η διαδικασία. Η συμμετοχή περισσότερων από 200.000 ψηφοφόρων στην προηγούμενη εσωκομματική εκλογή του  2017 και η ομαλή διεξαγωγή της θέτουν υψηλά τον πήχη και για το 2021, εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού. Η υπέρβασή του θα αποτελούσε ασφαλώς αίσιο οιωνό για το μέλλον του  χώρου, ο οποίος μακροπρόθεσμα μπορεί να αναδειχθεί πιο ισχυρός αντίπαλος της «Νέας Δημοκρατίας» από ό,τι ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., επειδή μπορεί να απευθυνθεί και σε έναν μεσαίο χώρο ψηφοφόρων πολιτικά απρόσιτο για τον τελευταίο.     

     Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 13.9.2021

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

To πολιτικό μας σύστημα μοιάζει με σκάφος που έχει πάρει κλίση προς τη μία πλευρά

Η κυβερνητική διετία 2019-2021 χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από την υποτονικότητά της αντιπολίτευσης, η οποία αποτυπώνεται στο σύνολο των σχετικών δημοσκοπήσεων με χαμηλές αξιολογήσεις της τελευταίας από την κοινή γνώμη και με σταθερή την πρώτη θέση της «Νέας Δημοκρατίας» στην πρόθεση ψήφου, σε μεγάλη απόσταση από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Το βασικό πρόβλημα βέβαια του τελευταίου είναι όσα έπραξε, αλλά και όσα δεν έπραξε, στην προηγηθείσα δική του θητεία στην εξουσία.

Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέγραψε την Ιούλιο του 2019 μια πολύ ικανοποιητική επίδοση, με 31,5% των ψήφων, έχοντας υποστεί περιορισμένη φθορά σε σχέση με το 35,5% του Σεπτεμβρίου του 2015, αλλά έκτοτε δε φαίνεται να έχει ανοδική δυναμική, διότι δεν πείθει ότι μπορεί να προσφέρει στη χώρα ένα νέο ξεκίνημά (άλλωστε δεν το πρόσφερε ούτε το 2015-19, όταν περιορίσθηκε σε προσπάθειες αναδιανομής, υπέρ κάποιων από τους οικονομικά ασθενέστερους, ενός απελπιστικά συρρικνωμένου εθνικού εισοδήματος).

Όσο για το ΚΙΝ.ΑΛ., εκείνο βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση, καθώς όχι μόνο το βαρύνουν οι αποτυχίες προηγούμενων κυβερνητικών θητειών του, αλλά αντιμετωπίζει και δυσκολίες προσανατολισμού.

Συχνά ετεροπροσδιορίζεται σε ό,τι αφορά στις πολιτικές του θέσεις, επιδιώκοντας να κρατήσει ένα είδος μέσης γραμμής ανάμεσα σε αυτές των μεγαλύτερων γειτόνων του, προς τα δεξιά (ΝΔ) και τα αριστερά (ΣΥ.ΡΙΖ.Α), χωρίς να διαθέτει μια δική του πολιτική πρόταση με στοιχεία καινοτομίας.

Παρά ταύτα, τα ερείσματά του στον συνδικαλισμό και την τοπική αυτοδιοίκηση παραμένουν ισχυρά, και πάντως πολύ ισχυρότερα τόσο από τα αντίστοιχα του ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τα ποσοστά του ίδιου του ΚΙΝΑΛ στις βουλευτικές εκλογές της τελευταίας δεκαετίας.

Τούτο αφήνει να εννοηθεί ότι η μετακίνηση του κύριου όγκου των ψηφοφόρων του προς τον ΣΥΡΙΖΑ ενδέχεται να αποδειχθεί στο μέλλον μια διαδρομή μετ’ επιστροφής.

Εξάλλου, τα μικρότερα κόμματα στα δεξιά και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος είναι μάλλον εφήμερα (με την εξαίρεση - βέβαια - του ΚΚΕ) σχήματα διαμαρτυρίας, με περιορισμένη δυνατότητα, ή και επιθυμία, να αναλάβουν κυβερνητικές ευθύνες.

Οι αδυναμίες αυτές της αντιπολίτευσης δεν είναι ωφέλιμες για το πολιτικό μας σύστημα, αφού το κάνουν να μοιάζει με σκάφος που έχει πάρει κλίση προς τη μία (την κυβερνητική) πλευρά του.

Κυρίως όμως δεν είναι ωφέλιμες για τη χώρα, εφόσον και η κυβέρνηση περιορίζεται κατά βάση στη διαχείριση των, ομολογουμένως τεράστιων, προβλημάτων τα οποία έχει προκαλέσει η πανδημία, χωρίς να μπορεί κατά τα άλλα να αντιμετωπίσει τις τεράστιες παθογένειες του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας.

Ακόμα και οι πιο εμβληματικές της εξαγγελίες, όπως οι περιβόητες «μπουλντόζες στο Ελληνικό» ή η καταπολέμηση της εγκληματικότητας, έχουν μείνει γράμμα νεκρό επί δύο χρόνια, ενώ η αναξιοκρατία, οι πελατειακές σχέσεις, η γραφειοκρατία κλπ εξακολουθούν να ταλανίζουν τον τόπο.

Και βεβαία το μακροπρόθεσμα μεγαλύτερο εθνικό πρόβλημα, δηλαδή το δημογραφικό, απουσιάζει σχεδόν πλήρως από τη δημόσια συζήτηση και ασφαλώς δεν αντιμετωπίζεται με την πρόσφατα καθιερωμένη πενιχρή κρατική επιχορήγηση των 2.000 ευρώ στα νεογέννητα.

Η Ελλάδα χρειάζεται restart, το οποίο δεν μπορεί να της το προσφέρει το σημερινό κομματικό σύστημα.

Το κατά πόσο το ζητούμενο μπορεί να προκύψει μέσα από έναν μετασχηματισμό κάποιου από τους υπάρχοντες πολιτικούς φορείς (οι εσωκομματικές εκλογές του ΚΙΝ.ΑΛ ίσως θα μπορούσαν να είναι μια αφορμή) ή μέσα από τη δημιουργία νέων σχημάτων θα φανεί στα επόμενα χρόνια.

Το βέβαιο πάντως είναι ότι, αν συνεχισθεί η υστέρησή μας απέναντι στην πρόοδο που επιτελούν άλλες χώρες (πχ: στα τελευταία 30 χρόνια όλα τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μας έχουν ξεπεράσει σε κατά κεφαλή εθνικό εισόδημα, πλην Βουλγαρίας και Ρουμανίας, οι οποίες θα μας ξεπεράσουν σε μερικά χρόνια αν συνεχισθούν οι σημερινοί ρυθμοί), σε συνδυασμό με τις αρνητικές δημογραφικές ροές, το μέλλον του Ελληνισμού διαγράφεται ζοφερό.

Κ. Χρυσόγονος - Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.


Άρθρο μου δημοσιευμένο την Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021 στο liberal.gr

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Το ζήτημα της προστασίας της τιμής των δημοσίων προσώπων - Άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

 Κώστας Χρυσόγονος

Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.

Το Σύνταγμα (άρθρο 14) και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 10) προστατεύουν την ελευθερία της έκφρασης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ελευθερία ειδικότερα του τύπου. Η παραπάνω ελευθερία αποτελεί ένα από τα κύρια θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 7.12.1976, υπόθεση Handyside) και περιορίζεται μόνο για λόγους προστασίας άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η «τιμή» του προσώπου (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 2 του Συντάγματος).

Ιδιαίτερη διάσταση έχει πάντως το ζήτημα της προστασίας της τιμής των δημόσιων προσώπων. Αν και ο πολιτικός δεν στερείται της προστασίας γενικά της υπόληψής του, πάντως πρέπει να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική από ό, τι ο απλός πολίτης, αφού άλλωστε το στοιχείο της αντιπαράθεσης και αντιδικίας χαρακτηρίζει εξ ορισμού την πολιτική. Με παρόμοιο σκεπτικό το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός ενός πολιτικού ως «ηλίθιου» σε δημοσιογραφικό άρθρο δεν συνιστούσε υπέρβαση των θεμιτών ορίων της κριτικής και άρα, η ποινική καταδίκη του δημοσιογράφου γι αυτόν ήταν αντίθετη στο άρθρο 10 ΕΣΔΑ. Την ίδια αντίληψη εκφράζει η νομολογία του Αρείου Πάγου, η οποία δέχεται ότι τα ΜΜΕ έχουν δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διατύπωση σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, είναι επιτρεπτοί χαρακτηρισμοί π.χ. για τη συμπεριφορά βουλευτή, εκτός αν αποτελούν συκοφαντική δυσφήμηση ή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλ. προσβολής της τιμής με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με περιφρόνηση αυτού.

Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόσωπο μπορεί να αξιώνει από δημοσιογράφους και/ή εκδότες να μην προσβάλλουν την τιμή του με τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, όχι όμως και να μην ερμηνεύουν και σχολιάζουν κατά την κρίση τους το ένα ή το άλλο γεγονός. Η ενοικίαση εξοχικής κατοικίας από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ένα γεγονός που ούτε ο ίδιος δεν αμφισβητεί. Η υποβολή εκ μέρους του αγωγής κατά εκδότη και δημοσιογράφου για τον τρόπο με τον οποίο σχολίασαν την ενοικίαση, θεωρώντας την σκάνδαλο με βάση ένα δικό τους σκεπτικό, φαίνεται να ξεπερνάει τα όρια της θεμιτής προστασίας της τιμής του. Το σχόλιο κύκλων του ΣΥΡΙΖΑ ότι η αγωγή υποβλήθηκε επειδή οι εναγόμενοι, μετά την επίδοση εξωδίκου, συνέχισαν να εκτοξεύουν «ειρωνείες, υπαινιγμούς και χαρακτηρισμούς» συνοψίζει, προφανώς χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι συντάκτες του, την ουσία της υπόθεσης, αφού τίποτε από όλα αυτά, στρεφόμενο κατά πολιτικού προσώπου, δεν απαγορεύεται σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Απαγορεύεται μόνο η εμφάνιση ψευδών γεγονότων ως αληθών και τούτο είναι το μοναδικό αντικείμενο που μπορεί να κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.