Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Διάλογος χωρίς δογματισμούς και απαγορευτικά προαπαιτούμενα

Δημοσιευμένο άρθρο του Κώστα Χρυσόγονου στην εφημερίδα Realnews 07/02


Το πρόβλημα του ασφαλιστικού συστήματος βρίσκεται τις τελευταίες εβδομάδες στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με αφορμή το ασφαλιστικό νομοσχέδιο και τις κοινωνικές αντιδράσεις που έχει προκαλέσει. Λίγη αναφορά ωστόσο γίνεται στα βασικά δεδομένα τα οποία καθιστούν το σύστημα μη βιώσιμο στη σημερινή του μορφή.
Στην Ελλάδα έχουμε τη στιγμή αυτή περίπου 3,7 εκατομμύρια εργαζομένους, χωρίς να είναι καθόλου βέβαιο ότι όλοι πληρώνονται έγκαιρα και ότι καταβάλλονται οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν περίπου 2,7 εκατομμύρια συνταξιούχοι, ενώ πολυάριθμοι (σε τάξη μεγέθους ίσως 200.000) είναι όσοι έχουν υποβάλει παραίτηση προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν αλλά δεν τους έχει απονεμηθεί ακόμη η σύνταξή τους από τα οικεία ασφαλιστικά ταμεία. Συνεπώς η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους βρίσκεται στο εφιαλτικά χαμηλό 1,4:1, με τάσεις περαιτέρω μείωσης, χωρίς βέβαια να υπολογίζουμε τους περίπου 1,2 εκατομμύρια ανέργους. Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι οι εισφορές 7 εργαζομένων δεν είναι δυνατό μακροπρόθεσμα να επαρκέσουν για να χρηματοδοτηθούν οι συντάξεις 5 συνταξιούχων, ενώ και ο κρατικός προϋπολογισμός δεν μπορεί να καλύπτει επ' άπειρο τα διαρκώς μεγαλύτερα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος.
Οι δύο βασικές αιτίες της παραπάνω κατάστασης είναι αφενός η υπογεννητικότητα και η συνακόλουθη γήρανση του πληθυσμού και αφετέρου η οικονομική ύφεση, η οποία όμως κι αυτή μπορεί κατά ένα μέρος να οφείλεται στην έλλειψη επαρκούς αριθμού νέων ανθρώπων με νέες ιδέες και νεανικό ενθουσιασμό. Αν θέλουμε συνεπώς να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του και όχι να διαχειριζόμαστε απλώς μια ολοένα χειρότερη πτωχοποίηση (μέσω μειώσεων των συντάξεων ή οριζόντιων αυξήσεων των ασφαλιστικών εισφορών ή και τα δύο μαζί) θα έπρεπε να δοθούν κίνητρα για την τεκνοποιία και αντικίνητρα για τους άτεκνους μέσω αντίστοιχης στοχευμένης κλιμάκωσης των εισφορών.
Επιπρόσθετα, μια τέτοια κλιμάκωση αποτελεί στοιχειώδες αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, αφού ο/η άτεκνος επωφελείται από το σύνολο του εισοδήματός του, καταναλώνοντάς το ή και αποταμιεύοντας για το μέλλον, ενώ αντίθετα οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να διαθέτουν ένα μεγάλο (ευθέως ανάλογο με τον αριθμό των τέκνων τους) μέρος του δικού τους εισοδήματος για τις ανάγκες των παιδιών. Παραπέρα υπάρχει σοβαρή πιθανότητα εκείνα, όταν ενηλικιωθούν, να εργασθούν και να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές που θα καλύπτουν μέρος ή το σύνολο των συντάξεων των γονέων τους, ενώ αντίθετα οι άτεκνοι θα τα περιμένουν όλα από τα αποθεματικά του ασφαλιστικού συστήματος και την κρατική χρηματοδότησή του. Πρέπει άρα οι γονείς να πληρώνουν χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές- και μάλιστα τόσο χαμηλότερες όσο περισσότερα τέκνα έχουν- και αντίστροφα οι άτεκνοι υψηλότερες.
Προκειμένου εξάλλου ο νέος σχεδιασμός του ασφαλιστικού συστήματος εκτός από δίκαιος να είναι και βιώσιμος, προϋπόθεση είναι να υπάρξει μια στοιχειώδης κοινωνική αποδοχή για αυτόν, η οποία μπορεί να σφυρηλατηθεί μόνο μέσα από ουσιαστικό διάλογο, χωρίς δογματισμούς και απαγορευτικά προαπαιτούμενα. Αν δεν υπάρξει μια τέτοια συναίνεση και ο νομοθέτης καταλήξει να θεσπίσει ασφαλιστικές εισφορές που οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες δε θα μπορούν να τις καταβάλουν χωρίς να διακινδυνεύσει η αξιοπρεπής διαβίωση των ίδιων και των οικογενειών τους, τότε το αποτέλεσμα δε θα είναι η αύξηση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων αλλά η σώρευση ανείσπρακτων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς εκείνα. Κάτι τέτοιο όμως θα οδηγούσε μετά από λίγο καιρό σε νέες απαιτήσεις των δανειστών για κάλυψη του κενού με νέα μέτρα και θα μας εγκλώβιζε σε φαύλο κύκλο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου