Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Κώστα Χρυσόγονου στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος 18/09


 
• Κύριε Χρυσόγονε, η συζήτησή μας συμπίπτει με τον ένα χρόνο από την επανεκλογή του κ. Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας. Κάνοντας μία αναδρομή, ο απολογισμός σας ικανοποιεί ή μπορείτε να εντοπίσετε λάθη ή ακόμα και παραλείψεις στην παραγωγή του κυβερνητικού έργου; Με λίγα λόγια...Πρωθυπουργός και συγκυβέρνηση τα έπραξαν όλα ορθώς; 
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει παραδεχθεί δημόσια ότι έγιναν λάθη και παραλείψεις και ότι υπήρξαν αυταπάτες. Άλλωστε λάθη κάνουμε όλοι, τόσο τα άτομα και οι συλλογικοί φορείς, είτε πρόκειται για πολιτικά κόμματα είτε για άλλους οργανισμούς. Το ζητούμενο όμως είναι να έχουμε το θάρρος να αναλύουμε τα πεπραγμένα μας με νηφαλιότητα και να επισημαίνουμε τα λάθη μας, έστω και εκ των υστέρων, ώστε να αποφεύγουμε την επανάληψή τους. Το επικείμενο δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί, εκτός από την προγραμματική για το μέλλον διάστασή του, και μια ευκαιρία για αυτοκριτική ως προς την τριετία που έχει μεσολαβήσει από το προηγούμενο συνέδριο του 2013.

• Τι γεύση σας έχει αφήσει η αναφορά του πρωθυπουργού για τις “αυταπάτες”. Θεωρείτε πως από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να υπάρχει ένα...mea culpa για τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν και τις υποσχέσεις που μοιράστηκαν τόσο τα χρόνια της αντιπολίτευσης, όσο και μετά τον Ιανουάριο του 2015; 
Είναι σαφές ότι έγιναν μαξιμαλιστικές προεκλογικές εξαγγελίες και ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε περισσότερο μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, λόγω της ανεδαφικής διαπραγματευτικής τακτικής του τότε υπουργού Οικονομικών. Η ετυμηγορία του ελληνικού λαού κατά των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας ήταν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο, αφού οι δανειστές ήταν ως έναν βαθμό παγιδευμένοι στη ρητορική τους περί «ιδιοκτησίας « των προγραμμάτων από τις κυβερνήσεις των δανειζομένων και είχαν, επικοινωνιακά τουλάχιστον, την ανάγκη να δείξουν κάποιον σεβασμό στα εκλογικά αποτελέσματα, δηλ. μια «ευελιξία», όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι ίδιο. Άλλο πράγμα είναι όμως η ευελιξία και άλλο η συνολική ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ δανειστών και δανειζόμενου, η οποία θα προϋπέθετε είτε πολιτικές εξελίξεις σε σειρά ευρωπαϊκών κρατών είτε την εύρεση εναλλακτικών (εξω-ευρωπαϊκών) πηγών διακρατικού δανεισμού. Θα μπορούσε να είχε γίνει πιο έγκαιρα αντιληπτό πως τίποτε από τα δύο δεν επρόκειτο να συμβεί και έτσι να αποφεύγαμε τόσο τους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων όσο και την απαξίωση της συμμετοχής του δημοσίου στο κεφάλαιο των συστημικών τραπεζών.

• Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με πρώτη τη Νέα Δημοκρατία, ζητούν προσφυγή σε πρόωρες εκλογές. Εσείς βλέπετε ανοιχτό το ενδεχόμενο πολιτικών εξελίξεων εντός του Φθινοπώρου; 
Δεν το βλέπω ανοιχτό αλλά και δεν θεωρώ ότι θα ήταν προς το συμφέρον του τόπου η διεξαγωγή πρόωρων εκλογών ένα έτος μετά τις προηγούμενες. Αντίθετα χρειαζόμαστε πολιτική σταθερότητα για να εισέλθουμε σε τροχιά ανάπτυξης από το 2017 και να διαπραγματευθούμε μέτρα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η επάνοδος στις αγορές το 2018 και ο απεγκλωβισμός από τα μνημόνια. Αν η χώρα χάσει το στοίχημα αυτό, τότε θα αναγκασθεί να προστρέξει στα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης για διακρατικό δανεισμό για τέταρτη φορά, μόνο που γίνεται ολοένα και πιο αμφίβολο αν θα υπάρξει τότε θετική απάντηση, έστω και με επαχθείς όρους, επειδή οι ευρωφοβικές τάσεις στο εσωτερικό των κρατών αυτών ενισχύονται διαρκώς Και βέβαια αν, ο μη γένοιτο, βρεθούμε αντιμέτωποι με την άτακτη χρεοκοπία, τότε τα κυβερνητικά αξιώματα θα μοιάζουν με το χιτώνα του Νέσσου για όσους θα τα κατέχουν.

• Τα δημόσια έσοδα βρίσκονται σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Τα χρέη των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία αυξάνονται. Παράλληλα, οι Βρυξέλλες φαίνεται πως απορρίπτουν στην παρούσα φάση το αίτημα για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα. Πόσο πιθανή θεωρείτε την ενεργοποίηση του περιλάλητου κόφτη; 
Δεν φαίνεται πιθανό να χρειασθεί ενεργοποίηση του μηχανισμού περιστολής δαπανών το αμέσως προσεχές διάστημα, αφού οι αποκλίσεις από τους στόχους του προϋπολογισμού είναι σχετικά περιορισμένες. Είναι όμως γεγονός ότι, κάτω από την ασφυκτική πίεση των δανειστών για μέτρα άμεσης απόδοσης, οι συντελεστές φορολογίας και ασφαλιστικών εισφορών έχουν αυξηθεί σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από εκείνα άλλων, ανταγωνιστριών χωρών. Συνέπεια είναι να αποδυναμώνεται η έτσι ή αλλιώς προβληματική ελληνική οικονομία και να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου η απειλή υπέρμετρων επιβαρύνσεων στα δηλούμενα εισοδήματα επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών οδηγεί σε μεγαλύτερη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και πτώση (αντί για άνοδο) των εσόδων του κράτους και των ασφαλιστικών ταμείων. Χρειαζόμαστε μια διαφορετική πολιτική, με στοχευμένες παρεμβάσεις για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και όχι οριζόντια μέτρα. Τέτοιες παρεμβάσεις θα ήταν π.χ. η πρόβλεψη ειδικής ταχείας διαδικασίας για τον καταλογισμό φόρων, προσαυξήσεων κ.λπ. σε όσους μετέφεραν στο παρελθόν καταθέσεις στο εξωτερικό χωρίς να δικαιολογούνται από τις φορολογικές δηλώσεις τους, η άμεση λειτουργία του συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης της διακίνησης υγρών καυσίμων κ.ά. Η κεντρική ιδέα πρέπει να είναι η αναζήτηση χρημάτων εκεί όπου υπάρχουν και όχι περαιτέρω επιβαρύνσεις στους “συνήθεις υπόπτους”.

• Κρούσατε επισταμένως τον κώδωνα κινδύνου στην κυβέρνηση για τον κίνδυνο να λάβουν τηλεοπτικές άδειες πρόσωπα αμφιβόλων δραστηριοτήτων. Είστε ικανοποιημένος από την εξέλιξη του διαγωνισμού; 
Συνιστούν καταρχήν θετικές εξελίξεις η ψήφιση του νόμου 4339/2015 για τις τηλεοπτικές άδειες και η διεξαγωγή, για πρώτη φορά από το 1989 οπότε καταλήφθηκαν «εξ εφόδου» οι τηλεοπτικές συχνότητες, ανοιχτής διαγωνιστικής διαδικασίας. Ωστόσο ζητούμενο στο πλαίσιο αυτό θα έπρεπε να αποτελεί όχι μόνο η εισροή εσόδων στα δημόσια ταμεία από τα ποσά που θα καταβάλουν όσοι πλειοδοτήσουν για τις νέες άδειες, αλλά και η θωράκιση του δημόσιου βίου απέναντι σε ποικίλους κινδύνους οι οποίοι προκύπτουν λόγω του μεγάλου επηρεασμού της κοινής γνώμης από την τηλεόραση. Η ισχύουσα νομοθεσία είναι ατελής και ανεπαρκής σε ό, τι αφορά τα κωλύματα συμμετοχής στη διοίκηση και ιδιοκτησία τηλεοπτικών σταθμών. Χρειάζεται συμπλήρωσή της με τη θέσπιση ενός προσωρινού περιορισμού (αναστολή των δικαιωμάτων του μετόχου ή μέλους του Δ.Σ. τηλεοπτικής επιχείρησης-φορέα άδειας μετά την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για αδικήματα του άρθρου 6 ν. 4339/2015) και ενός οριστικού (έκπτωση μέλους Δ.Σ. και υποχρέωση μεταβίβασης μετοχών ύστερα από αμετάκλητη καταδίκη για τα ίδια αδικήματα).

• Συμφωνείτε με τη στοχοποίηση δημοσιογράφων από πολιτικούς της κυβέρνησης; Δεν σας προβληματίζουν τα φαινόμενα "Πολάκη"; 
Καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι δημοσιογράφοι δικαιούνται να κρίνουν τους πολιτικούς, αλλά και οι πολιτικοί δικαιούνται να κρίνουν τους δημοσιογράφους. Ειδικά για τους υπουργούς πάντως το ζητούμενο δεν είναι οι επιδόσεις τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά το έργο το οποίο παράγουν στον τομέα της αρμοδιότητάς τους.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Γραπτή δήλωση σχετικά με το σεβασμό των ανθρωπίνων και θρησκευτικών δικαιωμάτων στην Τουρκία

ΚΟΙΝΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στρασβούργο, 15/09/2016



- «Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΝΑ ΣΕΒΑΣΤΕΙ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ»

- «Η 19Η ΜΑΙΟΥ ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ ΩΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛΙΣΜΟΥ»

- Γραπτή Δήλωση στο ΕΚ με πρωτοβουλία Eλλήνων και Κυπρίων Ευρωβουλευτών.


Μετά από πρωτοβουλία των Ελλήνων ευρωβουλευτών Κώστα Χρυσόγονου, Μανώλη Κεφαλογιάννη προέδρου της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ΕΕ-Τουρκίας, Μαρίας Σπυράκη, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη, Θεόδωρου Ζαγοράκη, Σοφίας Σακοράφα, Νίκου Ανδρουλάκη, Εύας Καϊλή και των Κυπρίων Ελένης Θεοχάρους και Δημήτρη Παπαδάκη, κατατέθηκε Γραπτή Δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 136 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το σεβασμό των ανθρωπίνων και θρησκευτικών δικαιωμάτων στην Τουρκία και καλούνται οι ευρωβουλευτές από όλες τις χώρες να την συνυπογράψουν.

Στη Γραπτή Δήλωση επισημαίνεται ότι το 2013, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Yargitay) στην Τουρκία έκρινε ότι η αρμοδιότητα για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας θα πρέπει να μεταφερθεί στην γενική διεύθυνση εκκλησιαστικής περιουσίας, που έχει εγκρίνει το εκ νέου άνοιγμα αυτής σε τζαμί, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτόν την αρχή του σεβασμού της ιστορικής ταυτότητας του μνημείου.

Με την Γραπτή Δήλωση καλούνται η Επιτροπή και το Συμβούλιο να παροτρύνουν την τουρκική κυβέρνηση να επαναφέρει άμεσα τον χαρακτήρα της Αγιάς Σοφιάς, ενός μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς που από το 1934 λειτουργεί ως μουσείο.

Επιπλέον, καλούνται ακόμη η Επιτροπή και το Συμβούλιο να παροτρύνουν την τουρκική κυβέρνηση να αναγνωρίσει τα τραγικά γεγονότα του 1914-1923 ως πράξεις γενοκτονίας εις βάρος των Ελληνικών, Αρμενικών και Ασσύριων πληθυσμών από τα νεοτουρκικά και κεμαλικά καθεστώτα.

Τέλος, οι ευρωβουλευτές ζητούν την καθιέρωση της 19ης Μάιου ως Ευρωπαϊκής Ημέρας Μνήμης των θυμάτων του κεμαλισμού.

Ομιλία του Κώστα Χρυσόγονου για το ζήτημα της μετεγκατάστασης προσφύγων


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στρασβούργο, 15/09/2016


Το σχέδιο τροποποίησης του ισχύοντος νομικού καθεστώτος μετεγκατάστασης προσφύγων μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχολίασε ο Κώστας Χρυσόγονος. Με ομιλία που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, ο Ευρωβουλευτής τόνισε πως παρά τις συζητήσεις που γίνονται για τροποποιήσεις, μας διαφεύγει πως το σημερινό νομικό καθεστώς δεν εφαρμόζεται στην πράξη με αποτέλεσμα Ελλάδα και Ιταλία να αντιμετωπίζουν μόνες τους ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Παράλληλα υπενθύμισε πως η ισχύουσα απόφαση του Συμβουλίου προβλέπει 50.000 μετεγκαταστάσεις από την Ελλάδα προς άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, όμως έχουν πραγματοποιηθεί 3.000 καθώς πολλά κράτη προορισμού προβάλλουν αντιρρήσεις. Κλείνοντας την ομιλία του τόνισε πως αν η Ευρώπη θέλει να συνεχίσει να υπάρχει, χρειάζεται αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ :
https://www.youtube.com/watch?v=ZqBVL3vya-Y


Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας:

Συζητούμε σήμερα μια οριακή τροποποίηση στο ισχύον νομικό καθεστώς μετεγκατάστασης προσφύγων μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης. Μας διαφεύγει όμως ότι το νομικό καθεστώς αυτό δεν εφαρμόζεται στην πράξη και ότι η Ελλάδα και η Ιταλία αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν σχεδόν μόνες ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Στην Ελλάδα έχουν εγκλωβιστεί περίπου 60.000 πρόσφυγες και τα έξοδα εγκατάστασης και διαβίωσής τους τα επωμίζεται κυρίως το ελληνικό κράτος, το οποίο την ίδια στιγμή καλείται από την Ένωση να ανταποκριθεί στο τεράστιο βάρος ενός υπέρογκου δημόσιου χρέους. Η ισχύουσα απόφαση του Συμβουλίου προβλέπει 50.000 μετεγκαταστάσεις από την Ελλάδα στο έδαφος των άλλων κρατών-μελών της Ένωσης αλλά έχουν πραγματοποιηθεί 3.000, επειδή τα κράτη προορισμού προβάλλουν διάφορα προσκόμματα. Όλα τα κράτη-μέλη πρέπει άμεσα να υποδεχθούν τους πρόσφυγες που τους αναλογούν. Αν η Ευρώπη θέλει να συνεχίσει να υπάρχει χρειάζεται αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της.

Δεκατέσσερις θέσεις κριτικής στο κείμενο θέσεων της κεντρικής επιτροπής για το δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ


Το κείμενο θέσεων που εγκρίθηκε από την κεντρική επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ για να αποτελέσει τη βάση του εσωκομματικού διαλόγου για το 2ο συνέδριο του κόμματος έχει θετικά στοιχεία, ως προς τη διατύπωση του στόχου για ένα κόμμα ενεργών πολιτών που θα εκφράζει τις αγωνίες και τις ελπίδες της κοινωνίας και ως προς την αναζήτηση του δρόμου για τον απεγκλωβισμό από τις αιτίες που μας οδήγησαν στο μνημόνιο. Ωστόσο μπορούν να εντοπισθούν σημαντικές αστοχίες και ελλείψεις, στις οποίες αναφέρεται το παρόν κείμενο που απευθύνεται προς την Επιτροπή Θέσεων, σύμφωνα με το κεφάλαιο Β του κανονισμού προσυνεδριακών διαδικασιών.

1
Να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της παραβατικότητας

Η αναφορά του κειμένου θέσεων σε «νεανική εξέγερση τον Δεκέμβρη του 2008» δεν ανταποκρίνεται στα ιστορικά γεγονότα. Για «εξέγερση» μπορεί να γίνεται κατά κυριολεξία λόγος όταν υπάρχει μια μαζική κινητοποίηση με συγκεκριμένα αιτήματα. Τον Δεκέμβριο του 2008 η δολοφονία Γρηγορόπουλου πυροδότησε μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για αυτό το κρούσμα αυθαίρετης αστυνομικής βίας, οι οποίες όμως έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από «αντιεξουσιαστές» για να εξαπολύσουν με τη σειρά τους ένα κύμα βίας και καταστροφών περιουσιών αθώων πολιτών. Συνεπώς ούτε πραγματικά αιτήματα υπήρχαν, ούτε κατά κυριολεξία εξέγερση και μάλιστα συνολικά της νεολαίας. Το συμπέρασμα που θα μπορούσαμε να αποκομίσουμε από όλα αυτά είναι ότι η αστυνομία χρειάζεται περισσότερη εκπαίδευση, περισσότερο επαγγελματισμό και περισσότερο σεβασμό στους κανόνες σχετικά με τη χρήση των όπλων από τη δημόσια δύναμη (και πάντως ο δράστης καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία, σε αντίθεση προς όσα βλέπουμε να συμβαίνουν π.χ. στις Η.Π.Α.), αλλά και ότι οι δημόσιες συναθροίσεις οφείλουν να διεξάγονται αποκλειστικά μέσα στα συνταγματικά πλαίσια, δηλ. χωρίς όπλα (βόμβες «μολότοφ» κτλ.) και χωρίς βία κατά προσώπων και/ή περιουσιών. Το ζητούμενο είναι να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της παραβατικότητας τόσο από την πλευρά του κράτους και των οργάνων του όσο και από την πλευρά των πολιτών και όχι να μυθοποιούμε την τελευταία εφευρίσκοντας ανύπαρκτα «επαναστατικά» χαρακτηριστικά.

2
Το ποιος είναι προοδευτικός κρίνεται από το αποτέλεσμα

Αβάσιμη είναι και η αναφορά του κειμένου θέσεων ότι «οι εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 θα μείνουν στην ιστορία καθώς αποτελούν την πρώτη νίκη της ριζοσπαστικής Αριστεράς τον 21ο αιώνα». Έχει διαφύγει της προσοχής των συντακτών του κειμένου ότι μερικά χρόνια νωρίτερα, το 2008, το κυπριακό ΑΚΕΛ, μαζί με το οποίο συμμετέχουμε στην ομάδα της Ενωμένης Ευρωπαϊκής Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο, κατόρθωσε να εκλέξει τον ηγέτη του Δημήτρη Χριστόφια στη θέση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και έτσι να αποκτήσει τον έλεγχο της κυβέρνησης (αφού εκεί ισχύει προεδρικό σύστημα). Η επιτυχία εκείνη ήταν όμως παροδική, αφού το 2013 εκλέχθηκε πρόεδρος ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ Ν. Αναστασιάδης.
Σε κάθε περίπτωση εξάλλου δεν αρκεί ένας πολιτικός οργανισμός να αυτοχαρακτηρίζεται ως αριστερός ή προοδευτικός, ώστε να φέρει ένα πραγματικά προοδευτικό πολιτικό αποτέλεσμα η άσκηση εξουσίας από αυτόν. Το προοδευτικό αποτέλεσμα, δηλαδή το θετικό ιστορικό και κοινωνικό πρόσημο μιας συγκεκριμένης περιόδου διακυβέρνησης, κρίνεται στην πράξη και ανάλογα με το αν τελικά βελτιώθηκαν ή αντίθετα χειροτέρευσαν οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων (ιδίως των πολλών που υφίστανται με επώδυνο τρόπο τις συνέπειες των πολλαπλών δυσλειτουργιών του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού του 21ου αιώνα), αν έγιναν ουσιαστικά βήματα εκδημοκρατισμού του κράτους και της κοινωνίας και αν προστατεύθηκε ή αντίθετα επιδεινώθηκε η κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος.

3
Δεν πρέπει να φοβόμαστε την αυτοκριτική

Κεντρική θέση του απολογιστικού μέρους του κειμένου είναι ότι «από την αρχή της θητείας της η κυβέρνηση… επιδίωξε έναν λυσιτελή και έντιμο συμβιβασμό» με τους δανειστές, με την (αυτο)κριτική προσθήκη ότι «η βασική στρατηγική να επιτευχθεί μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία δεν μας επέτρεψε να δούμε καθαρά… ότι για τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, αποτελούσαμε συστημικό κίνδυνο». Η θέση αυτή είναι όμως υπεραπλουστευτική, αφού είναι φανερό πως ο έντιμος συμβιβασμός αποτελούσε κεντρική προεκλογική υπόσχεση και στρατηγική επιλογή μόνο για την ηγεσία και όχι για το σύνολο του κόμματος και της κυβέρνησης. Αντίθετα για την Αριστερή Πλατφόρμα, αλλά και για μέλη της κυβέρνησης που δεν ανήκαν σ’ αυτή, η κεντρική επιλογή ήταν η ρήξη με τους δανειστές και η έξοδος, την οποία κατά ουτοπικό τρόπο οραματίζονταν ως έξοδο μόνο από την ευρωζώνη και όχι συνολικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να αντιλαμβάνονται τις καταλυτικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, όταν μάλιστα έχει ολοκληρωθεί πια ο εγκλωβισμός της χώρας μετά το στρεβλό PSI του 2012. Ακόμη και η ίδια η ηγεσία όμως, δεν διευκόλυνε την προοπτική του συμβιβασμού με τις μαξιμαλιστικές προεκλογικές εξαγγελίες της ότι «θα σκίσουμε τα μνημόνια μέρα μεσημέρι», ότι «θα καταργήσουμε όλους τους μνημονιακούς νόμους με ένα άρθρο» κ.ο.κ., φθάνοντας ως τα όρια της αλαζονείας με την υπόσχεση ότι «θα χτυπάμε το νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν». Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν αμέσως μετά τις εκλογές ο νέος Υπουργός Οικονομικών επιδόθηκε σε μια επιχείρηση φθηνού εντυπωσιασμού, εμφανιζόμενος διαρκώς στα διεθνή Μ.Μ.Ε. και στις συναντήσεις με τους ομολόγους του με ύφος Μεγάλου Αλεξάνδρου μετά τη μάχη των Γαυγαμήλων. Όλα αυτά στην πραγματικότητα τροφοδοτούσαν με επιχειρήματα τους πιο ακραίους από την πλευρά των δανειστών, οι οποίοι επιδίωκαν όντως την ανατροπή της ελληνικής κυβέρνησης και την τιμώρηση του ελληνικού λαού για τη θαρραλέα επιλογή του τον Ιανουάριο του 2015. Ωστόσο οι ακραίοι (π.χ. ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας) δεν αποτελούσαν την κυρίαρχη άποψη στους κόλπους των δανειστών και θα μπορούσαν να είχαν απομονωθεί πολύ νωρίτερα από τον Αύγουστο του 2015 (όπως συνέβη τελικά), αν είχαν γίνει εγκαίρως πιο επιδέξιοι χειρισμοί σε επικοινωνιακό (και όχι μόνο) επίπεδο από τη δική μας πλευρά. Θα μπορούσαμε τότε να εκμεταλλευθούμε τις εσωτερικές αντιθέσεις των δανειστών και να διευρύνουμε τα περιθώρια υποχωρήσεων τα οποία ούτως ή άλλως υπήρχαν για αυτούς, όπως απέδειξε η μείωση των απαιτήσεων τους για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο διάστημα 2015-2018, φραστικά ήδη από την προσωρινή «συμφωνία» του Φεβρουαρίου και πρακτικά στην τελική του Ιουλίου-Αυγούστου 2015. Και τούτο διότι οι δανειστές, ανεξάρτητα αν μας θεωρούσαν «συστημικό κίνδυνο» ή όχι (άλλωστε ποτέ δεν υπήρχε ενιαία γραμμή μεταξύ τους, αφού πρόκειται για είκοσι διαφορετικά κέντρα εξουσίας, εθνικές κυβερνήσεις, ΔΝΤ, Κομισιόν και ΕΚΤ), ήταν και οι ίδιοι, ως ένα βαθμό, παγιδευμένοι από τη ρητορική τους περί «ιδιοκτησίας» των μνημονιακών προγραμμάτων από τις κυβερνήσεις των δανειζόμενων κρατών και όφειλαν να δείξουν κάποια «ευελιξία», όπως έλεγαν κατ’ επανάληψη οι εκπρόσωποι τους. Όμως άλλο πράγμα είναι η ευελιξία και άλλο η συνολική ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων δανειστών-δανειζόμενου, η οποία θα προϋπέθετε είτε πολιτικές εξελίξεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (αν περιμέναμε τέτοιες, τότε ίσως θα ήταν πιο συνετό να μην προκαλέσουμε πρόωρες εκλογές λίγους μήνες πριν από τις προγραμματισμένες ισπανικές, πορτογαλικές και ιρλανδικές), είτε εύρεση εναλλακτικών πηγών διακρατικού δανεισμού (π.χ. Κίνα, Ρωσία). Εφόσον πολύ γρήγορα έγινε φανερό ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν επρόκειτο να συμβεί, η κυβέρνηση θα έπρεπε να απαλλαγεί από τον υπουργό-βαρίδιο και να καταλήξει το συντομότερο δυνατό στον λιγότερο επαχθή εφικτό συμβιβασμό με τους δανειστές, δεδομένου ότι ο χρόνος κυλούσε σε βάρος μας (όπως άλλωστε είχα επισημάνει στην από 19-03-2015 επιστολή μου προς τον πρωθυπουργό). Εάν ο συμβιβασμός αυτός δεν βρισκόταν μέσα στα όρια του «έντιμου», τότε θα έπρεπε (όπως είχα δημόσια δηλώσει κατ’ επανάληψη) να προκηρυχθεί έγκαιρα δημοψήφισμα, θέτοντας τις πραγματικές επιλογές στο εκλογικό σώμα, δηλ. την αποδοχή του συμβιβασμού ή την άτακτη χρεωκοπία. Αντί για αυτό η κυβέρνηση παρέτεινε πέρα από κάθε λογική μια απέλπιδα διαπραγμάτευση, ενώ συνεχιζόταν η φυγή των καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες και η απαξίωση των τελευταίων, που μεταφράσθηκε σε de facto «κούρεμα» της δημόσιας περιουσίας κατά περίπου 20 δις ευρώ (όση δηλ .ήταν η αξία των τραπεζικών μετοχών του κράτους το 2014, η οποία χάθηκε οριστικά). Το δημοψήφισμα διεξάχθηκε τελικά με μεγάλη καθυστέρηση τον Ιούλιο του 2015, αφού είχε μεσολαβήσει η αναγκαστική (προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος) επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Ο ελληνικός λαός απέδειξε, με το εντυπωσιακό ποσοστό 62% του Όχι, ότι ο ίδιος είναι ο καλύτερος διαπραγματευτής και τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι την επαύριο ο πρωθυπουργός απομάκρυνε επιτέλους τον υπουργό-βαρίδιο, επέτρεψε την επίτευξη της, οδυνηρής πάντως, συμφωνίας του Ιουλίου-Αυγούστου με τους δανειστές. Δεν πρέπει να φοβόμαστε την αυτοκριτική, αν θέλουμε να αποφύγουμε παρόμοια λάθη στο μέλλον.

4
Το κόμμα πρέπει να ανήκει στους ψηφοφόρους του

Είναι υπεραισιόδοξη η εκτίμηση του κειμένου θέσεων ότι «με τη λαϊκή ετυμηγορία του Σεπτεμβρίου ο ΣΥΡΙΖΑ εδραιώνεται ως κυρίαρχη δύναμη στα πολιτικά πράγματα της χώρας και ως νέος ηγεμονικός πόλος στο υπό διαμόρφωση εγχώριο και ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό». Σε ό,τι αφορά το τελευταίο πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αντικειμενικά κανένα ελληνικό πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να ηγεμονεύσει (παν)ευρωπαϊκά, για τον απλό λόγο ότι η Ελλάδα διαθέτει μόλις το 2% του συνολικού πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως προς την εγχώρια διάσταση, η ελληνική εκλογική ιστορία αποδεικνύει ότι, οποτεδήποτε διεξάχθηκαν αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε διάστημα ενός έτους, το πρώτο κόμμα όχι μόνο επανέλαβε την αρχική επιτυχία του αλλά και τη διεύρυνε, χωρίς να υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα ανατροπής των εκλογικών συσχετισμών σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο (ο «Συναγερμός» του Παπάγου από το 36% το 1951 έφθασε το 49% το 1952, η «Ένωση Κέντρου» του Γεωργίου Παπανδρέου από το 42% του 1963 ανήλθε στο 53% του 1964, η «Νέα Δημοκρατία» του Κων. Μητσοτάκη από 44% τον Ιούνιο του 1989 στο 47% του 1990 και τέλος το ίδιο κόμμα από το 18% του Μαΐου 2012 εκτινάχθηκε στο 30% τον Ιούνιο του ίδιου έτους). Ο ίδιος απαράβατος κανόνας ίσχυσε και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, όταν από το 36% του (ενιαίου) ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο το άθροισμα των κομμάτων που προέκυψαν από τη διάσπαση (ΣΥΡΙΖΑ και «Λαϊκή Ενότητα») υψώθηκε στο 38% περίπου. Το μόνο που αποδεικνύεται από όλα αυτά είναι ότι ο ελληνικός λαός αποδεικνύεται σταθερός στις επιλογές του και δίνει μια πίστωση χρόνου με ανανεωμένη, και μάλιστα ισχυρότερη, εντολή στον πολιτικό φορέα που έχει επιλέξει, έτσι ώστε ο τελευταίος να υλοποιήσει ένα πολιτικό πρόγραμμα. Συνεπώς το 35% του Σεπτεμβρίου 2015 δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη μακροπρόθεσμη εδραίωση του ΣΥΡΙΖΑ ως κυρίαρχης πολιτικής δύναμης στην Ελλάδα (όπως άλλωστε το 43% του Οκτωβρίου του 2009 δεν σήμαινε εδραίωση του ΠΑΣΟΚ).
Κρίσιμο εδώ είναι ιδίως το ζήτημα της προφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ εκλογικής και οργανωμένης κομματικής βάσης. Στα σχεδόν 2 εκατομμύρια ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ αντιστοιχούν λιγότερα από 30 χιλιάδες κομματικά μέλη, πολλά από τα οποία συμμετέχουν ελάχιστα στα κομματικά δρώμενα. Αυτό προφανώς δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Αν δεν αυξηθεί δραστικά ο αριθμός και ο ρόλος των απλών μελών, αν δηλαδή η εναρμόνιση δεν γίνει προς τα πάνω, τότε αργά ή γρήγορα θα γίνει προς τα κάτω, με τη συρρίκνωση των ψηφοφόρων στα προ του 2012 ποσοστά. Για να επιτευχθεί η διεύρυνση της κομματικής βάσης είναι απαραίτητη μια βαθιά τομή στο καταστατικό, όπως αυτή που πρότεινα προς την Κεντρική Επιτροπή (τροποποίηση των άρθρων 4,14 και 30, ώστε στο εξής να εγγράφονται αυτομάτως ως μέλη όσοι προσέρχονται σε ανοιχτή διαδικασία για άμεση εκλογή του Προέδρου αλλά και της Κεντρικής Επιτροπής). Από εκεί και πέρα βέβαια καίριο ρόλο θα παίξει η λειτουργία του κόμματος με πιο θεσμικό και συλλογικό τρόπο, ώστε τα μέλη του να συμμετέχουν πραγματικά στη λήψη αποφάσεων. Πρέπει ακόμη να θέτουμε πάγιους και αντικειμενικούς κανόνες και να τους σεβόμαστε στην πράξη και όχι να λειτουργούμε ευκαιριακά και κατά περίπτωση. Μεγάλο έλλειμμα εμφανίστηκε από την άποψη αυτή στη συγκρότηση των ψηφοδελτίων του Σεπτεμβρίου 2015, ουσιαστικά χωρίς κριτήρια (π.χ. αποκλείσθηκαν υποψήφιοι με το σκεπτικό ότι είχαν δικαστικές εκκρεμότητες, αλλά παρέμειναν άλλοι παρά το γεγονός ότι και εκείνοι είχαν παρόμοιες εκκρεμότητες, τοποθετήθηκαν σε εκλόγιμες θέσεις στις λίστες πρόσωπα που δεν είχαν υποβληθεί ποτέ στην κρίση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ σε προηγούμενες εκλογές ή έστω σε εσωκομματικές ψηφοφορίες για την ανάδειξη οργάνων κ.ά.).

5
Μακροπρόθεσμα το χειρότερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι το δημογραφικό

Το κείμενο θέσεων αφιερώνει περισσότερες από είκοσι πυκνογραμμένες σελίδες σε προτάσεις για ένα «αριστερό πρόγραμμα» για το μέλλον της χώρας και σε εξαγγελίες προγραμματικών τομών που προτείνει και διεκδικεί ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να βρει ούτε μια λέξη για το σημαντικότερο –σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα- πρόβλημα της Ελλάδας, δηλαδή για το δημογραφικό. Το 2011 ήταν η πρώτη χρονιά στην ιστορία του ελληνικού κράτους (με την εξαίρεση του πολεμικού έτους 1941) κατά την οποία η φυσική κίνηση του πληθυσμού ήταν αρνητική, δηλ. είχαμε περισσότερους θανάτους παρά γεννήσεις. Η κατάσταση έκτοτε επιδεινώνεται κάθε χρόνο. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με το ισχυρό μεταναστευτικό ρεύμα νέων Ελλήνων προς χώρες εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει εμφανιστεί από το 2010 και συνεχίζεται αμείωτο, δημιουργεί τη ζοφερή προοπτική της αποψίλωσης του τόπου από τον γηγενή πληθυσμό του. Εάν οι τάσεις αυτές συνεχισθούν με αμείωτη ένταση, τότε ούτε η άτακτη χρεωκοπία θα αποφευχθεί κάποια στιγμή στο μέλλον (αφού ένας ολοένα μικρότερος πληθυσμός θα καλείται να αντιμετωπίσει ένα αυξανόμενο βάρος δημόσιων και ιδιωτικών χρεών), αλλά ούτε και η ίδια η συνέχιση της ύπαρξης του ελληνισμού στην ιστορική του κοιτίδα δεν θα μπορεί να θεωρηθεί διασφαλισμένη.
Χρειάζεται συνεπώς ριζική αλλαγή στις ακολουθούμενες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της οικογένειας ως κοινότητας γονέων και τέκνων και της αποκατάστασης στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης. Η επιβάρυνση των γονέων ενός ή περισσότερων τέκνων με τον ίδιο, ή σχεδόν τον ίδιο (με αποκλίσεις τάξης μεγέθους φιλοδωρήματος), φορολογικό συντελεστή που επιβαρύνει και τους άτεκνους για το ίδιο εισόδημα είναι μεγάλη αδικία, διότι ο άτεκνος επωφελείται από το σύνολο του εισοδήματός του για τον εαυτό του, ενώ οι γονείς διαθέτουν μεγάλο μέρος του δικού τους για τα τέκνα τους. Ακόμη χειρότερη είναι η αδικία ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές, αφού τα παιδιά στο μέλλον θα εργασθούν και θα στηρίξουν με τις ασφαλιστικές εισφορές τους τις συντάξεις των γονιών τους, ενώ ο άτεκνος φθάνοντας στην τρίτη ηλικία θα εξαρτάται αποκλειστικά από τους συσσωρευμένους (;) πόρους του ασφαλιστικού συστήματος. Οι πρόσφατες ασφαλιστικές και φορολογικές ρυθμίσεις δεν αντιμετώπισαν το καίριο τούτο ζήτημα. Το κόμμα οφείλει να παρακινήσει την κυβέρνηση να αλλάξει δραστικά την πολιτική της, με την εισαγωγή κλιμακωτών επιβαρύνσεων (μικρότερων για τους γονείς, σε αντίστροφη αναλογία προς τον αριθμό των τέκνων, και μεγαλύτερων για τους άτεκνους).

6
Η χώρα χρειάζεται παραγωγικό μοντέλο και όχι ευχολόγια

Το πιο άμεσο και πιεστικό πρόβλημα της χώρας σήμερα είναι προφανώς η πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση, με επίκεντρο την πρωτοφανή ανεργία και την πτωχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Το κείμενο θέσεων όμως δεν προσεγγίζει με εμπεριστατωμένο τρόπο τις αιτίες του προβλήματος και περιορίζεται σε ένα σύντομο ευχολόγιο για «αναστροφή της υφεσιακής πορείας με όσο το δυνατό υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και μείωσης της ανεργίας», μέσω του νέου αναπτυξιακού νόμου και του καλού σχεδιασμού του ΕΣΠΑ 2014-2020, ενώ λίγο παρακάτω γίνεται λόγος και για «δημόσια προγράμματα καταπολέμησης της ανεργίας». Όλα αυτά είναι ανεπαρκή, αφού τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρχαν αναπτυξιακοί νόμοι, ΕΣΠΑ και δημόσια προγράμματα επιδοτούμενης απασχόλησης, αλλά τίποτε από αυτά δεν εμπόδισε τη «συντεταγμένη» χρεωκοπία. Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου συνεννόησης που υπογράφηκε πέρυσι, η κυβέρνηση όφειλε να έχει παρουσιάσει ένα κείμενο «Στρατηγικής για την Ανάπτυξη» ως τον Ιούνιο του 2016, με σχεδιασμούς για τη δημιουργία ενός πιο ελκυστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση της έρευνας και καινοτομίας κ.ά.
Η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι πάντως ότι για την σημερινή μας κατάσταση ευθύνεται κυρίως η σταδιακή και σχεδόν ανεπαίσθητη απώλεια του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Είχαμε τότε κινδυνεύσει με χρεωκοπία δύο φορές, το 1985 και το 1989-90, αλλά την αποφύγαμε μέσω της λήψης μέτρων λιτότητας καθ’ υπαγόρευση των Ευρωπαίων εταίρων και με την παροχή εγγυήσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που διέσωσαν προσωρινά την πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου. Ωστόσο στην πραγματικότητα η διολίσθηση ως προς τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε και μάλιστα επιδεινώθηκε μετά την πρόωρη και βεβιασμένη (με μεθόδους «δημιουργικής λογιστικής») είσοδό μας στην ευρωζώνη. Παράλληλα διογκώθηκε ο δημόσιος δανεισμός, λόγω της αδυναμίας της πραγματικής οικονομίας αλλά και της αυξανόμενης κοινωνικής πίεσης για άμεση ή έμμεση επιδότηση μη παραγωγικών θέσεων εργασίας σε μη ανταγωνιστικούς τομείς της εθνικής οικονομίας. Αν θέλουμε να βγούμε από το σημερινό αδιέξοδο, πρέπει να βρούμε τρόπους να παράγουμε διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι συμβαίνει σήμερα. Τούτο προϋποθέτει εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους και προγραμματισμένη προώθηση της οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς στους οποίους έχουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Χρειαζόμαστε ακόμα στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και της τεχνολογικής καινοτομίας ώστε να δημιουργηθούν μαζικά νέες θέσεις εργασίας. Σήμερα στην Ελλάδα εργάζεται μόλις το 33% του συνολικού πληθυσμού (περίπου 3,7 εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε πληθυσμό λίγο λιγότερο από 11 εκατομμύρια), ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι περίπου 43% (217 εκατομμύρια ενεργοί εργαζόμενοι σε πληθυσμό 508 εκατομμυρίων). Συνεπώς για να γίνουμε στοιχειωδώς βιώσιμοι από οικονομική αλλά και κοινωνική άποψη (αφού η ανεργία επηρεάζει σαφέστατα και το δημογραφικό πρόβλημα) είναι αναγκαίες, σε ορίζοντα μιας δεκαετίας περίπου, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας. Η ανάκαμψη της οικονομίας και η αύξηση της απασχόλησης είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει αναδιανομή πλούτου και κοινωνική δικαιοσύνη. Διαφορετικά θα είμαστε καταδικασμένοι σε αναδιανομή εξαθλίωσης και μακροπρόθεσμα σε οικονομική και δημογραφική κατάρρευση.

7
Στοχευμένες παρεμβάσεις για τα δημόσια έσοδα και όχι οριζόντια μέτρα

Το Κείμενο Θέσεων της Κ.Ε. κάνει λόγο για «αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος με στόχο τη φορολογική δικαιοσύνη και την αύξηση των δημοσίων εσόδων (και) καταπολέμηση της φοροδιαφυγής». Η πραγματικότητα είναι ότι έχουν γίνει βήματα στον τομέα αυτόν (π.χ. είσπραξη σημαντικού μέρους των διαφυγόντων φόρων από την περιβόητη «λίστα Λαγκάρντ»), αλλά πρέπει να γίνουν περισσότερα, γρηγορότερα και αποφασιστικότερα. Και επειδή αυτά καθυστερούν, η κυβέρνηση δεν απέφυγε τον πειρασμό του να αυξήσει ακόμα περισσότερο, κάτω από την πίεση των δανειστών, τους ήδη υψηλούς σε σύγκριση με άλλες, ανταγωνίστριες χώρες φορολογικούς και ασφαλιστικούς συντελεστές. Συνέπεια είναι να αποδυναμώνεται η έτσι ή αλλιώς προβληματική ελληνική οικονομία και να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου η απειλή υπέρμετρων επιβαρύνσεων στα δηλούμενα εισοδήματα επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών οδηγεί σε μεγαλύτερη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και πτώση (αντί για άνοδο) των εσόδων του κράτους και των ασφαλιστικών ταμείων.

Χρειαζόμαστε μια διαφορετική πολιτική, με στοχευμένες παρεμβάσεις για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και όχι οριζόντια μέτρα.

• Χρειαζόμαστε καταρχάς μια αναδιάρθρωση του ελεγκτικού έργου, με τον υπάρχοντα μηχανισμό της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων να ασχολείται με τις σοβαρές υποθέσεις φοροδιαφυγής, δηλαδή κυρίως μεγάλες επιχειρήσεις και φορολογουμένους μεγάλου πλούτου. Οι εντολές ελέγχου πρέπει να δίνονται με βάση παραμετρικά πρότυπα προσανατολισμένα στο παραπάνω κριτήριο. Οι εισαγγελίες και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να αποκτήσουν ιδιαίτερους ελεγκτικούς μηχανισμούς, οι οποίοι να στελεχωθούν είτε με μετατάξεις από αλλού (όχι με αποδυνάμωση της ΓΓΔΕ) είτε με διαγωνισμό, έτσι ώστε να πάψει η παράλυση της ΓΓΔΕ από τον υπέρμετρο αριθμό εντολών με κύρια στόχευση την έρευνα ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων.
• Να νομοθετηθεί ειδική ταχεία διαδικασία για τον καταλογισμό φόρων, προσαυξήσεων κ.λπ. σε όσους μετέφεραν στο παρελθόν καταθέσεις στο εξωτερικό χωρίς να δικαιολογούνται από τις φορολογικές δηλώσεις τους. Οι υποθέσεις αυτές καρκινοβατούν σήμερα, επειδή υπάγονται στις περίπλοκες συνήθεις διαδικασίες συνολικού ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης.
• Να καταγραφεί και επαληθευθεί υποχρεωτικά το χρηματικό μόνο περιεχόμενο των τραπεζικών θυρίδων, να καταλογιστούν οι προσήκοντες φόροι σε όσους δεν δικαιολογήσουν το “πόθεν έσχες” και να εισπραχθούν τα οφειλόμενα από όσους έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη στο κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία. Δεν έχει καμία λογική η σημερινή προνομιακή μεταχείριση των κατόχων θυρίδων σε σχέση με τους καταθέτες των τραπεζών.
• Να θεσπιστεί η είσπραξη των ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων από τα δεσμευμένα (για λόγους ποινικών εκκρεμοτήτων) ποσά σε τράπεζες. Το σήμερα ισχύον καθεστώς ωφελεί μόνο τις τελευταίες και βλάπτει τόσο το κράτος όσο και τους δικαιούχους των καταθέσεων.
• Να τεθεί άμεσα σε λειτουργία το σύστημα ηλεκτρονικής παρακολούθησης της διακίνησης υγρών καυσίμων, η εγκατάσταση του οποίου βρίσκεται σε τελικό στάδιο. Θα καταπολεμηθεί έτσι αποφασιστικά το λαθρεμπόριο και θα αυξηθούν σημαντικά τα δημόσια έσοδα.


Η κεντρική ιδέα πρέπει να είναι η αναζήτηση χρημάτων εκεί όπου υπάρχουν και όχι περαιτέρω επιβαρύνσεις στους “συνήθεις υπόπτους”. Διαφορετικά η χώρα κινδυνεύει να εκτροχιαστεί.

8
Πρέπει να λειτουργούμε με βάση κανόνες και όχι αυθαίρετα

Από άποψη πολιτικού και νομικού πολιτισμού η χώρα υποφέρει προπάντων από μια ολοένα πιο εκτεταμένη και βαθύτερη ανοχή προς την παραβατικότητα, που έχει βαθμιαία διαποτίσει ολόκληρη την κοινωνία και μένει καθεαυτή και ως σύνολο ασχολίαστη στο Κείμενο Θέσεων της Κ.Ε. Με κύρια ευθύνη του πολιτικού συστήματος, το οποίο εξέθρεψε πελατειακές σχέσεις προσωπικών προτιμησιακών καθεστώτων κάθε είδους και μορφής, και με κύρια ωφελούμενους όσους είχαν την αντικειμενική δυνατότητα για μεγάλης κλίμακας φοροδιαφυγή και για συμμετοχή στο οργανωμένο οικονομικό έγκλημα, η ανοχή αυτή καλλιεργήθηκε σταδιακά ως το σημείο σχεδόν όλοι να θεωρούμε ότι οι υφιστάμενοι κανόνες δικαίου είναι απλώς ενδεικτικοί. Και επειδή καμιά συλλογικότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς τήρηση κανόνων (εκτός βέβαια αν μόνος κανόνας είναι η υποταγή στην αυθαιρεσία ενός δικτάτορα), οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε μια ολοένα χειρότερη δυσλειτουργία του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας. Η κάθαρση δε μπορεί παρά να ξεκινήσει από την κορυφή, από το πολιτικό σύστημα και από την οικονομική ολιγαρχία, αλλά πρέπει να επεκταθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, εωσότου εμπεδωθεί γενικά στην ελληνική κοινωνία μια νοοτροπία στον αντίποδα της σημερινής, δηλ. μια νοοτροπία σεβασμού της νομιμότητας. Αν δεν συμφωνούμε με κάποιον κανόνα, η λύση δεν είναι να τον παραβιάζουμε συστηματικά, αλλά να (επιχειρήσουμε να) τον τροποποιήσουμε ή να τον καταργήσουμε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Και βέβαια είναι λάθος, στο πλαίσιο αυτό, η εκδήλωση συμπάθειας ή συμπαράστασης σε φαινόμενα ανομίας, όπως οι «καταλήψεις» δημόσιων ή ιδιωτικών κτιρίων.

9
Απεγκλωβισμός από τα μνημόνια θα επιτευχθεί μόνο με την επάνοδο στις αγορές

Το κείμενο θέσεων της Κ.Ε. αναφέρει ότι «η προσπάθεια απεγκλωβισμού από το Μνημόνιο και την επιτροπεία απαιτεί ένα συνολικό ανταγωνιστικό πολιτικό σχέδιο με διεθνείς συμμαχίες, κόμματα και ριζοσπαστικά κινήματα, προοδευτικές κυβερνήσεις κυρίως του Νότου, με σαφείς τις διαχωριστικές γραμμές που να αποσαφηνίζουν απολύτως ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν είναι διατεθειμένη να τις υπερβεί, ακόμα και αν χρειαστούν ρήξεις με την ευρωπαϊκή ελίτ». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναζήτηση συμμαχιών είναι όχι μόνο χρήσιμη αλλά και απαραίτητη για να μπορέσουμε να αντισταθούμε, ως χώρα και ως κυβέρνηση, στις ακραίες απαιτήσεις μερίδας των δανειστών για κατεδάφιση των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα (ή μάλλον των υπολειμμάτων αυτών των δικαιωμάτων, ύστερα από 6 ½ χρόνια μνημονίων). Είναι όμως αυταπάτη αν νομίζουμε ότι θα μπορέσουμε να απεγκλωβιστούμε τελικά από τα μνημόνια και την επιτροπεία με αποκλειστικά ή κυρίως πολιτική διαπραγμάτευση. Ο απεγκλωβισμός θα επιτευχθεί μόνο εφόσον κατορθώσουμε να επανέλθουμε στις κεφαλαιαγορές με τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος στα μέσα του 2018 και να δανειζόμαστε από αυτές ως ένα «φυσιολογικό» κράτος, προκειμένου να καλύπτονται οι δανειακές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου χωρίς επαιτεία προς τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης για διακρατικό δανεισμό. Αν αυτό αποδειχθεί στην πράξη ανέφικτο, τότε ενδέχεται να μας περιμένουν τα χειρότερα (δηλ. η ασύντακτη χρεοκοπία και το Grexit), δεδομένου ότι το πολιτικό κλίμα σε πολλά κράτη-μέλη της ευρωζώνης επιδεινώνεται, με ισχυρή άνοδο της ευρωφοβικής ακροδεξιάς, και άρα είναι πολύ αμφίβολο αν τότε (το 2018) θα μπορούσε να υπάρξει τέταρτη φορά διακρατικός δανεισμός προς την Ελλάδα, έστω και με επαχθέστατους όρους (δηλ. τέταρτο μνημόνιο). Η επιστροφή στις κεφαλαιαγορές στα μέσα του 2018 προϋποθέτει α) να έχει περάσει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης με πειστικό τρόπο από το 2017 (δηλ. με σοβαρή αύξηση του ΑΕΠ σε απόλυτους αριθμούς και όχι με λογιστικά τεχνάσματα δήθεν «ανάπτυξης» όταν υποτίθεται ότι η πτώση των τιμών είναι μεγαλύτερη από την πτώση του ΑΕΠ, όπως για ένα διάστημα επί κυβέρνησης Σαμαρά) και β) να υπάρξει μια γενναία αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και τον ΕΜΣ, ώστε να μειωθεί ουσιαστικά το συνολικό βάρος του. Ο κρίσιμος δείκτης για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε, στο μέτωπο αυτό, είναι η απόδοση των 10ετών ομολόγων του ελληνικού δημοσίου στη δευτερογενή αγορά, η οποία τον Δεκέμβριο του 2014 ήταν στο 8,92% και στις 31 Αυγούστου 2016 έπεσε στο 8,13%. Με άλλες λέξεις, μέσα στους 20 τελευταίους μήνες έγινε κάποια πρόοδος, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς, εντελώς ανεπαρκείς για την επίτευξη του τελικού στόχου, που πρέπει να είναι η πτώση της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου περίπου στο 3% έως (το πολύ) 4% μέσα στους επόμενους 20 μήνες, ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να δανεισθεί από ιδιώτες το 2018-19 με στοιχειωδώς βιώσιμα επιτόκια και να απεξαρτηθεί επιτέλους από τον διακρατικό δανεισμό και τα συμπαρομαρτούντα μνημόνια.

10
Χρειαζόμαστε περισσότερο ανεξάρτητη απονομή Δικαιοσύνης σε συντομότερους χρόνους

Μια από τις παραμέτρους του οικονομικού προβλήματος της χώρας είναι και η κατάσταση στη Δικαιοσύνη, για την οποία δεν γίνεται καμία αναφορά στο Κείμενο Θέσεων της Κ.Ε. Οι ρυθμοί εκδίκασης των υποθέσεων είναι τόσο αργοί, ώστε να ισοδυναμούν πρακτικά σε πολλές περιπτώσεις με αρνησιδικία. Τούτο αποθαρρύνει κάθε σοβαρή επένδυση στη χώρα, αφού κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος τι δικαστικές εκκρεμότητες μπορούν να προκύψουν και πόσο χρόνο θα διαρκέσουν. Οι δικονομικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις, όπως οι αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που έγιναν το 2015 καθ’ υπαγόρευση των δανειστών, είναι μέτρα πυροσβεστικού χαρακτήρα που δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του.


Χρειάζονται δομικές παρεμβάσεις, σε τρεις άξονες:

• Αποποινικοποίηση σε ευρύτατη κλίμακα συμπεριφορών οι οποίες δεν έχουν ουσιαστική ποινική απαξία (π.χ. μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ανέγερση αυθαιρέτων κ.α.) και τιμωρούνται με ποινές που δεν έχουν ουσιαστική αποτρεπτική ισχύ (συνήθως ολιγοήμερες ή ολιγόμηνες φυλακίσεις με αναστολή ή έστω εξαγορά). Η δημόσια διοίκηση πρέπει α πάψει να αντιμετωπίζει την ποινική δικαιοσύνη ως ένα είδος υποκατάστατου για να συγκαλυφθούν οι δικές της αδυναμίες και να την αφήσει να επιτελεί μέσα σε εύλογο χρόνο την πραγματική αποστολή της, δηλ. τον κολασμό των σοβαρών εγκλημάτων.
• Να ενισχυθούν οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της νομιμότητας της διοικητικής δράσης (π.χ. να περιβληθούν με δεσμευτική ισχύ τα πορίσματα του Συνηγόρου του Πολίτη, να αποκτήσει αρμοδιότητα ακύρωσης παράνομων διοικητικών πράξεων το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης κ.ο.κ.), ώστε να περιορισθεί ο ρυθμός γένεσης νέων διοικητικών διαφορών που τελεί σε ευθεία αναλογία με παρανομίες των διοικητικών οργάνων και έτσι να εκλογικευθεί ο υπέρμετρος φόρτος των διοικητικών δικαστηρίων.
• Να γίνουν πιο ουσιαστικές οι εξετάσεις για την απόκτηση άδειας δικηγορίας, ώστε να περιοριστεί σταδιακά ο υπέρμετρος (ίσως ο μεγαλύτερος στον κόσμο κατ’ αναλογία πληθυσμού) αριθμός των δικηγόρων, ο οποίος λειτουργεί ως αιτιακός παράγοντας δημιουργίας αστικών διαφορών και τελικά οδηγεί στην επιβράδυνση του ρυθμού απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης.
 
Παράλληλα επανέρχεται διαρκώς στην επικαιρότητα, με διάφορες αφορμές, το ζήτημα της πληρέστερης κατοχύρωσης της δικαστικής ανεξαρτησίας, το οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί ως κομβικό για ένα κόμμα που επιδιώκει να αφήσει προοδευτικό αποτύπωμα στη διακυβέρνηση της χώρας. Στον τομέα αυτό η σημερινή κυβέρνηση ακολούθησε την πεπατημένη των προκατόχων της, με επιλογές προσώπων καθ’ υπέρβαση της σειράς αρχαιότητας σε θέσεις Προέδρων και Αντιπροέδρων στα ανώτερα δικαστήρια και μάλιστα καθ’ υπέρβαση, σε ό,τι αφορά τις τελευταίες, των πραγματικών αναγκών (αφού τα προηγούμενα χρόνια είχε καθιερωθεί νομοθετικά ένας εξωπραγματικά υψηλός αριθμός θέσεων Αντιπροέδρων, ακριβώς για να μεγιστοποιηθεί η επιρροή της εκτελεστικής εξουσίας στη δικαστική). Πρέπει να καταργηθούν άμεσα με νόμο όλες οι θέσεις Αντιπροέδρων εκτός από μια για κάθε δικαστήριο (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο), και οι υπηρετούντες να παραμείνουν σε προσωποπαγείς θέσεις έως την αποχώρησή τους λόγω ορίου ηλικίας ή προαγωγής. Επίσης χρειάζεται να θεσπιστεί η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα των δικαστηρίων και εισαγγελιών όλων των βαθμίδων και η ανάθεση του χειρισμού στα μέλη τους με πάγια καθ’ ύλη κριτήρια και κατά τα λοιπά με κλήρωση, ώστε να εξαλειφθεί κάθε διακριτική ευχέρεια των προϊσταμένων δικαστών. Τέλος να θεσπιστεί ένα ενδεικτικό σύστημα μοριοδότησης με αντικειμενικά κριτήρια ως προς τοποθετήσεις και τις μεταθέσεις των δικαστών, με την πρόβλεψη υποχρεωτικής ειδικής αιτιολογίας, εφόσον το αρμόδιο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο αποφασίσει διαφορετικά.

11
Ο σεβασμός στη λαϊκή κυριαρχία κρίνεται στην πράξη

Ως προς το πολιτικό σύστημα το Κείμενο Θέσεων της Κ.Ε. κάνει μια γενικόλογη αναφορά στην «ενίσχυση του ρόλου των αιρετών συλλογικών οργάνων της λαϊκής κυριαρχίας», χωρίς παραπέρα διευκρινίσεις. Αποτελεί ερωτηματικό το πώς συμβιβάζεται αυτό με το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός υπουργών, αναπληρωτών υπουργών και υφυπουργών της κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν καν υποψήφιοι στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 και συνεπώς, ως πρόσωπα, δεν ήταν αιρετοί και δεν συμμετείχαν στο κορυφαίο συλλογικό όργανο της λαϊκής κυριαρχίας, δηλ. τη Βουλή (αρκετοί από αυτούς τοποθετήθηκαν βέβαια εκ των υστέρων στις λίστες του Σεπτεμβρίου του 2015 και μάλιστα σε προνομιακές θέσεις, με αποτέλεσμα να καταλάβουν βουλευτικές έδρες). Συνεχίσθηκε έτσι η παράδοση των «δοτών» υπουργών που είχε καθιερωθεί από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας (ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέα Δημοκρατία) στις κυβερνήσεις των προηγούμενων δεκαετιών.
Εξάλλου το κείμενο θέσεων δεν ασχολείται καθόλου με το ζήτημα του περιορισμού του αριθμού των βουλευτών. Με την ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου και την καθιέρωση της αναλογικής κατανομής των εδρών στα κόμματα που έχουν υπερβεί το 3% εκπληρώθηκε η σχετική προγραμματική και προεκλογική δέσμευση και έγινε ένα σημαντικό βήμα εκδημοκρατισμού του πολιτικού μας συστήματος. Ωστόσο παραμένει αμετάβλητος στις 300 ο αριθμός των εδρών της Βουλής, παρότι το άρθρο 51 παρ. 1 του Συντάγματος δίνει τη δυνατότητα μείωσής του στους 200, οπότε και θα μειωνόταν αντίστοιχα και η δημόσια δαπάνη για μισθούς, έξοδα, συνεργάτες κ.λπ. Σε μια εποχή δραματικών οικονομικών δυσκολιών για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, η μείωση του αριθμού των βουλευτών θα αποτελούσε έναν ισχυρό συμβολισμό ότι το πολιτικό σύστημα συμμετέχει. Όταν π.χ. η Ολλανδία, με μεγαλύτερο πληθυσμό και πολλαπλάσια οικονομικά μεγέθη από την Ελλάδα, αρκείται σε 150 βουλευτές, η ανάγκη να συντηρούμε εμείς τους διπλάσιους είναι τουλάχιστον δυσδιάκριτη.
Η μνεία της ανάγκης ενίσχυσης του ρόλου των αιρετών συλλογικών οργάνων της λαϊκής κυριαρχίας στο Κείμενο Θέσεων της Κ.Ε. θα ήταν πιο πειστική αν συνδεόταν και από κάποια μορφή αυτοκριτικής για το γεγονός ότι συνεχίστηκε και μετά τον Ιανουάριο του 2015 η εξευτελιστική για το Κοινοβούλιο και αντίθετη στο Σύνταγμα πρακτική της έκδοσης μεγάλου αριθμού πράξεων νομοθετικού περιεχομένου χωρίς να συντρέχει η συνταγματική προϋπόθεση της «απρόβλεπτης» ανάγκης, καθώς και της κατάθεσης από την κυβέρνηση κρίσιμων νομοσχεδίων εκατοντάδων σελίδων και διατάξεων με τη μορφή του κατεπείγοντος, με αποτέλεσμα η ψήφισή τους από τη Βουλή να αποκτά διεκπεραιωτικό χαρακτήρα, χωρίς οι ίδιοι οι βουλευτές να ξέρουν τι ψηφίζουν.
Επίσης αξιοσημείωτη είναι εδώ η διαγραφή, για πρώτη φορά στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, βουλευτή (του Σ. Παναγούλη τον Νοέμβριο του 2015) με απλή δήλωση του προέδρου του κόμματος, χωρίς να έχει προηγηθεί καμιάς μορφής θεσμική πειθαρχική διαδικασία σε κάποιο συλλογικό όργανο, επειδή ο συγκεκριμένος βουλευτής απουσίασε από ψηφοφορία σε «μνημονιακό» νομοσχέδιο. Σε ό, τι αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, και ανεξάρτητα από την ουσία της υπόθεσης και τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος, εντοπίζεται εδώ έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατικής και θεσμικής λειτουργίας, αντίστοιχο προς ό, τι συνέβαινε στο παρελθόν, σε πιο μαζική κλίμακα βέβαια, στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τη Νέα Δημοκρατία (π.χ. τον Φεβρουάριο του 2012 οι τότε αρχηγοί τους Γ. Παπανδρέου και Α. Σαμαράς είχαν διαγράψει περίπου είκοσι βουλευτές καθένας, με απλή δήλωση και χωρίς καμιά πειθαρχική διαδικασία σε συλλογικό όργανο, επειδή καταψήφισαν ή απουσίασαν σε ψηφοφορία επίσης για μνημονιακό νομοσχέδιο).

12
«Καναλάρχες» χωρίς ποινικές εκκρεμότητες ή καταδίκες

Το Κείμενο Θέσεων της Κ.Ε. κάνει λόγο για «ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου και απαλλαγή του από τη διαπλοκή» και εξαγγέλλει ότι θα είμαστε «ασυμβίβαστοι ενάντια στη διαπλοκή και τη διαφθορά». Στο πεδίο αυτό συνιστούν καταρχήν θετικές εξελίξεις η ψήφιση του νόμου 4339/2015 για τις τηλεοπτικές άδειες και η διεξαγωγή, για πρώτη φορά από το 1989 οπότε καταλήφθηκαν «εξ εφόδου» οι τηλεοπτικές συχνότητες, ανοιχτής διαγωνιστικής διαδικασίας. Ωστόσο ζητούμενο στο πλαίσιο αυτό θα έπρεπε να αποτελεί όχι μόνο η εισροή εσόδων στα δημόσια ταμεία από τα ποσά που θα καταβάλουν όσοι πλειοδοτήσουν για τις νέες άδειες, αλλά και η θωράκιση του δημόσιου βίου απέναντι σε ποικίλους κινδύνους οι οποίοι προκύπτουν λόγω του μεγάλου επηρεασμού της κοινής γνώμης από την τηλεόραση. Συνεπώς χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι δεν θα διεισδύσουν στο τηλεοπτικό τοπίο πρόσωπα ή επιχειρήσεις συνδεόμενα με το οργανωμένο έγκλημα, οικονομικό και όχι μόνο. Δεν είναι ούτε αριστερό ούτε προοδευτικό να εξαρτάται η καθοριστική συμμετοχή προσώπων στο τηλεοπτικό τοπίο μόνο από οικονομικά κριτήρια και να αγνοούνται οι ποινικές εκκρεμότητες ή και οι ποινικές καταδίκες. Η ισχύουσα νομοθεσία είναι ατελής και ανεπαρκής σε ό, τι αφορά τα κωλύματα συμμετοχής στη διοίκηση και ιδιοκτησία τηλεοπτικών σταθμών. Χρειάζεται συμπλήρωσή της με τη θέσπιση ενός προσωρινού περιορισμού (αναστολή των δικαιωμάτων του μετόχου ή μέλους του Δ.Σ. τηλεοπτικής επιχείρησης-φορέα άδειας μετά την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για αδικήματα του άρθρου 6 ν. 4339/2015) και ενός οριστικού (έκπτωση μέλους Δ.Σ. και υποχρέωση μεταβίβασης μετοχών ύστερα από αμετάκλητη καταδίκη για τα ίδια αδικήματα).

13
Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είναι ανύπαρκτη

Σε ό, τι αφορά την εξωτερική πολιτική το Κείμενο Θέσεων της Κ.Ε αναφέρει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, με προϋπόθεση την πλήρη συμμόρφωση της τελευταίας με το Διεθνές Δίκαιο, τον σεβασμό των αρχών της αρχής καλής γειτονίας, τη διαφύλαξη των δημοκρατικών δικαιωμάτων, καθώς και την τήρηση των διεθνών και ευρωπαϊκών υποχρεώσεων όσον αφορά τα μειονοτικά και θρησκευτικά δικαιώματα όλων των Τούρκων πολιτών. Στην πραγματικότητα όμως τίποτε από όλα αυτά δεν συμβαίνει. Αντίθετα στη γειτονική χώρα υπάρχει ένα ημιαυταρχικό καθεστώς που διολισθαίνει καθημερινά προς έναν ολοένα πιο απροκάλυπτο αυταρχισμό, ενώ παράλληλα απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο σε περίπτωση άσκησης από τη χώρα μας του κυριαρχικού δικαιώματός της για επέκταση των χωρικών υδάτων σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, συνεχίζει την κατοχή μέρους της Κύπρου, διεξάγει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο κατά της κουρδικής μειονότητας στις νοτιοανατολικές επαρχίες της Τουρκίας, εισβάλει στο συριακό έδαφος για να εξοντώσει και τους Κούρδους της Συρίας κ.ο.κ. Επομένως η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είναι ανύπαρκτη, επειδή την απορρίπτει το ίδιο το τουρκικό καθεστώς και δεν ωφελεί σε τίποτα να συντηρούμε αυταπάτες σχετικά με το ζήτημα αυτό.

14
Η πίστωση χρόνου δεν είναι απεριόριστη

Συμπερασματικά, στην πορεία και τη λειτουργία τόσο του κόμματος όσο και της κυβέρνησης παρατηρούνται σοβαρές στρεβλώσεις. Αν αυτές δεν διορθωθούν είναι ορατός ο κίνδυνος παλινόρθωσης του παραδοσιακού φαύλου πελατειακού-οικογενειοκρατικού συστήματος εξουσίας και βύθισης της χώρας και της κοινωνίας σε μια ακόμη βιαιότερη πτωχοποίηση, ενώ σε ένα πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα διαφαίνεται υπαρξιακό ζήτημα συνολικά για τον ελληνισμό. Η πίστωση χρόνου που έδωσε τον Σεπτέμβριο του 2015 στον ΣΥΡΙΖΑ ο ελληνικός λαός υπάρχει ακόμα, αλλά δεν είναι απεριόριστη.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Κώστα Χρυσόγονου στην Εφημερίδα Kontranews 11/09


• Επειδή εσείς ζείτε και εκτός Ελλάδας και έχετε καλή εικόνα για το πώς μας βλέπουν οι Ευρωπαίοι κ. Χρυσόγονε, πως βλέπετε τις προοπτικές της Οικονομίας; Και σας ρωτώ με αφορμή την παρουσία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ…

Στο εξωτερικό γενικά υπάρχει μια δυσμενής εικόνα για την Ελλάδα εδώ και τουλάχιστον επτά χρόνια, δηλαδή από τότε που το ελληνικό κράτος εξόκειλε από δημοσιονομική άποψη και έκτοτε είναι εξαρτημένο από διακρατικό δανεισμό (χωρίς να υπολογίσουμε και τις παλιότερες ιστορίες των Greek statistics). Αυτή η εικόνα θα ανατραπεί και θα υπάρξουν προοπτικές για μακροπρόθεσμες επενδύσεις από σοβαρούς ξένους επενδυτές (και όχι για εφήμερα αρπακτικά εγχειρήματα) μόνο εφόσον η Ελλάδα κατορθώσει το 2018 να επιστρέψει τις κεφαλαιαγορές και να καλύπτει πια από αυτές τις δανειακές της ανάγκες, ως ένα «φυσιολογικό» κράτος. Αν αποτύχουμε είναι πολύ αμφίβολο, ενόψει της διαρκώς επιδεινούμενης πολιτικής κατάστασης σε σειρά ευρωπαϊκών κρατών (με τη συνεχή προέλαση της ευρωφοβικής ακροδεξιάς), το κατά πόσο θα μπορούσαμε να «επιτύχουμε» ένα τέταρτο διακρατικό δάνειο, έστω και συνοδευόμενο από ένα αντίστοιχο τέταρτο σκληρότατο μνημόνιο. Άρα το αργότερο στα μέσα του 2018, με τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, μας περιμένει ένα πραγματικό ραντεβού με την Ιστορία.

• Ανησυχείτε για το ενδεχόμενο να ενεργοποιηθεί το επόμενο διάστημα ο «κόφτης»; Γιατί βλέπουμε ότι υπάρχει πρόβλημα στην είσπραξη εσόδων…

Δεν έχω κάποια «εσωτερική πληροφόρηση» για την πορεία των δημόσιων οικονομικών, πέρα από όσα είναι γνωστά μέσω του τύπου και των ΜΜΕ. Με βάση τα στοιχεία αυτά δεν μου φαίνεται πιθανό το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του «κόφτη» στο αμέσως προσεχές διάστημα. Μακροπρόθεσμα πάντως η Ελλάδα δεν μπορεί να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση και άρα εκεί χρειάζεται μια ειλικρινής συζήτηση με τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές, την οποία όμως δυσκολεύει η άνοδος της ακροδεξιάς σε πολλά από τα κράτη αυτά.

• Στο θέμα των αδειών τώρα… τι είδους εξυγίανση ήταν αυτή, όταν κατηγορηθήκατε από την αντιπολίτευση ότι το μόνο κριτήριο που τέθηκε ήταν το «πορτοφόλι»;

Θα περιοριστώ να επαναλάβω τη δήλωσή μου ότι δεν είναι ούτε αριστερό ούτε προοδευτικό να εξαρτάται η καθοριστική συμμετοχή προσώπων στο τηλεοπτικό τοπίο μόνο από οικονομικά κριτήρια και να αγνοούνται οι ποινικές εκκρεμότητες ή και οι ποινικές καταδίκες. Η ισχύουσα νομοθεσία είναι ατελής και ανεπαρκής σε ό, τι αφορά τα κωλύματα συμμετοχής στη διοίκηση και ιδιοκτησία τηλεοπτικών σταθμών. Χρειάζεται συμπλήρωσή της με τη θέσπιση ενός προσωρινού περιορισμού (αναστολή των δικαιωμάτων του μετόχου ή μέλους του Δ.Σ. τηλεοπτικής επιχείρησης-φορέα άδειας μετά την άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για αδικήματα του άρθρου 6 ν. 4339/2015) και ενός οριστικού (έκπτωση μέλους Δ.Σ. και υποχρέωση μεταβίβασης μετοχών ύστερα από αμετάκλητη καταδίκη για τα ίδια αδικήματα).

• Επίσης, η αντιπολίτευση σας κατηγορεί για ένα «αστείο νομοθέτημα» και μιλά για φραγμούς στη δυνατότητα ενημέρωσης των πολιτών. Τι απαντάτε;

Δεν καταλαβαίνω πού ακριβώς βλέπουν το «αστείο». Αυτά είναι πολύ σοβαρά θέματα, για τα οποία θα έπρεπε να μπορεί να διεξαχθεί μια περισσότερο ψύχραιμη και νηφάλια συζήτηση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του τόπου. Και βέβαια η αντιπολίτευση δεν βοήθησε καθόλου σ’ αυτό, π.χ. με τη στείρα άρνησή της να συμπράξει στη συγκρότηση του Ε.Σ.Ρ., χωρίς μάλιστα να έχει ουσιαστική αντίρρηση για τα προτεινόμενα πρόσωπα, αλλά επειδή ήθελε ακριβώς να εμποδίσει την πρόοδο της διαδικασίας για τις άδειες.

• Είστε έγκριτος Συνταγματολόγος. Πιστεύετε ότι το ΣτΕ μπορεί να ανατρέψει αυτό το νόμο κ. Χρυσόγονε;

Λόγω της διπλής μου ιδιότητας, ως ευρωβουλευτή αλλά και καθηγητή συνταγματικού δικαίου, δεν θα ήθελα στην παρούσα φάση, που έχει ήδη διεξαχθεί η συζήτηση στο ακροατήριο του ΣτΕ και εκκρεμεί η διάσκεψη και η έκδοση απόφασης, να κάνω κανένα σχόλιο, προκειμένου να μην θεωρηθεί ως έμμεση προσπάθεια επηρεασμού της δικαστικής κρίσης. Ας δείξουμε όλοι σεβασμό στη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη.

• Τι γίνεται με την υπόθεση του χρέους. Ανοίγει μεν μία κουβέντα, αλλά θεωρείτε ότι μπορεί να έχουμε κάποια πρώτα θετικά δεδομένα στο ορατό μέλλον;

Τα δεδομένα στην υπόθεση του χρέους καταγράφονται στην τελευταία σχετική απόφαση του Eurogroup. Είναι σαφές ότι θα υπάρξουν κάποια μέτρα τους επόμενους μήνες, τα οποία όμως επί της ουσίας θα ισοδυναμούν με μια μικρή ελάφρυνση του υπέρμετρου βάρους του ελληνικού δημόσιου χρέους. Πιο ουσιαστικά προμηνύονται τα λεγόμενα «μεσοπρόθεσμα» μέτρα, η λήψη των οποίων τοποθετείται, με βάση την παραπάνω απόφαση, στη λήξη του τρέχοντος προγράμματος διακρατικού δανεισμού στα μέσα του 2018 και παραμένουν σε εφεδρεία τα «μακροπρόθεσμα», εντός της δεκαετίας του 2020. Συνεπώς έχουμε πολύ μέλλον ακόμα.

• Κατά τη γνώμη σας η κυβέρνηση πρέπει να επιδιώξει τη διεύρυνση της κυβερνητικής πλειοψηφίας;

Κατά τη γνώμη μου η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει κυρίως να επιδιώξουν τη διεύρυνση των κοινωνικών τους ερεισμάτων. Αυτό θα γίνει αν η κοινωνία αντιληφθεί ότι γίνονται αποτελεσματικές προσπάθειες για την περιστολή της μεγάλης φοροδιαφυγής (ιδίως πολυεθνκών επιχειρήσεων μέσω ενδοομιλικών συναλλαγών, κλπ), του οικονομικού εγκλήματος (λαθρεμπόριο καυσίμων, ειδών καπνού κλπ) και της διαφθοράς. Επίσης χρήσιμες θα ήταν τομές στο πολιτικό σύστημα, όπως π.χ. περιορισμός των βουλευτικών προνομίων αλλά και του αριθμού των βουλευτών στους 250 ή και στους 200 (δυστυχώς δεν περιλήφθηκε τέτοια διάταξη στον πρόσφατο εκλογικό νόμο). Ακόμη πρέπει να επιδιωχθεί η σταδιακή μείωση των υπέρογκων φορολογικών και ασφαλιστικών συντελεστών μέσω της βελτίωσης της εισπραξιμότητας των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, η οποία βέβαια προϋποθέτει αντίστοιχη βελτίωση της λειτουργικότητας των εισπρακτικών μηχανισμών. • Αποκλείετε έναν εκλογικό αιφνιδιασμό; Δεν βρίσκομαι στο μυαλό του πρωθυπουργού ή του επιτελείου του και συνεπώς δεν μπορώ να κάνω τέτοια πρόγνωση. Εκείνο που μπορώ να σας πω από τη δική μου οπτική γωνία είναι ότι μια χώρα που εξακολουθεί (μετά από εξίμισι χρόνια διεθνούς επαιτείας για διακρατικό δανεισμό) να μην διαθέτει πιστοληπτική ικανότητα στις αγορές δεν έχει την πολυτέλεια να διεξάγει πρόωρες εκλογές μια φορά τον χρόνο ή και συχνότερα. Χρειάζεται προσπάθεια για να βγούμε από τη στενωπό και όχι εκλογικοί αιφνιδιασμοί.

• Μετά τη ΔΕΘ και τη συμπλήρωση ενός έτους από τις εκλογές, εκτιμάτε ότι θα βοηθούσε μια αλλαγή προσώπων σε κυβερνητικά πόστα;

Αποκλειστικά αρμόδιος να το κρίνει αυτό είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος έχει κατά το Σύνταγμα τη συνολική ευθύνη για τη σύνθεση και λειτουργία της κυβέρνησης. Και βέβαια θα κριθεί κι εκείνος με τη σειρά του από τον ελληνικό λαό όταν έρθει η ώρα των εκλογών.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Ανεπαρκείς οι έλεγχοι για τους κινδύνους από τη χρήση γενετικά τροποποιημένων τροφών


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Βρυξέλλες, 05/09/2016


Ανεπαρκείς είναι οι προσπάθειες των αρμόδιων ευρωπαϊκών αρχών ως προς την εκτίμηση επικινδυνότητας των γενετικά τροποποιημένων τροφών, όπως προκύπτει από την απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχετική ερώτηση του Κώστα Χρυσόγονου. Αναφερόμενος στις νέες συνομιλίες που ξεκίνησαν ανάμεσα στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη με στόχο την έγκριση καλλιέργειας νέων γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, ο Ευρωβουλευτής είχε τονίσει την άρνηση 17 κρατών μελών να επιτρέψουν την καλλιέργεια των οργανισμών αυτών και ζήτησε τη θέση της Επιτροπής. Στην απάντησή του ο Επίτροπος Andriukaitis αρκέστηκε να αναφέρει πως για κάθε αίτηση έγκρισης ενός τροποποιημένου οργανισμού πραγματοποιείται εκτίμηση επικινδυνότητας και πως μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί κίνδυνοι. Απέφυγε όμως να σχολιάσει τις αντιρρήσεις των κρατών που σχετίζονται με την καλλιέργεια και κατανάλωση των σχετικών οργανισμών.


Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης και της απάντησης:

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που προκαλούνται από την ανάπτυξη, την εμπορία και την κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων τροφών, δεν φαίνεται να υπάρχουν διαφοροποιήσεις στη στρατηγική της Ευρώπης ως προς αυτά. Αντιθέτως, ξεκίνησαν νέες συνομιλίες ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη, με στόχο την έγκριση δύο γενετικά τροποποιημένων οργανισμών για καλλιέργεια στην ΕΕ, των αραβόσιτων Bt11 και 1507 [1]. Η επίσημη αιτιολογία της ανάπτυξης των τύπων αυτών, αφορά την καταπολέμηση κινδύνων που προέρχονται από έντομα, ιούς και άλλους φυσικούς κινδύνους. Παρά τις διαβεβαιώσεις της Επιτροπής για τον επιστημονικό έλεγχο που πραγματοποιείται πριν την αδειοδότηση των μεταλλαγμένων οργανισμών, 17 κράτη μέλη της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν επιθυμούν να επιτρέψουν την καλλιέργεια των οργανισμών αυτών στο έδαφός τους.

Ερωτάται η Επιτροπή:
1. Ποια είναι η στάση της απέναντι σε όσους, χρησιμοποιώντας επιστημονικές έρευνες και στοιχεία, τονίζουν τους κινδύνους που απορρέουν από την κατανάλωση γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών;
2. Παρακολουθεί τις επιπτώσεις που έχουν η εμπορία και η κατανάλωση των οργανισμών αυτών, σε ευρωπαίους πολίτες;


Απάντηση του κ. Andriukaitis
εξ ονόματος της Επιτροπής (2.9.2016)

1. Για κάθε αίτηση έγκρισης ενός γενετικά τροποποιημένου οργανισμού (ΓΤΟ), η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) πραγματοποιεί εκτίμηση επικινδυνότητας στην οποία αναφέρεται κατά πόσον ο συγκεκριμένος ΓΤΟ είναι ασφαλής για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ, η Επιτροπή επικαλείται τις επιστημονικές συμβουλές της ΕΑΑΤ.

2. Οι πιθανές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία από τη διάθεση στην αγορά και την κατανάλωση ενός ΓΤΟ εξετάζεται στην εκτίμηση επικινδυνότητας στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης του ΓΤΟ. Δεν υπάρχει μεγάλη δραστηριότητα παρακολούθησης σε εξέλιξη, αλλά τόσο η Επιτροπή όσο και η EFSA παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τυχόν νέες επιστημονικές εξελίξεις όσον αφορά εγκεκριμένους ΓΤΟ. Εάν προκύψουν νέα στοιχεία που μπορεί να αμφισβητούν την ασφάλεια των ΓΤΟ, η Επιτροπή δίνει στην EFSA την εντολή να αξιολογήσει τα νέα ευρήματα και να επανεξετάσει την εκτίμηση επικινδυνότητας, όπως απαιτείται. Μέχρι σήμερα, δεν έχουν εντοπιστεί κίνδυνοι που να επιβάλλουν αλλαγή των ατομικών αδειών.

________________________________________

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Κώστα Χρυσόγονου στη «Μακεδονία της Κυριακής» 04/09

 
• Η αξιωματική αντιπολίτευση βλέπει να έρχονται πολιτικές εξελίξεις το φθινόπωρο. Εσείς εκτιμάτε ως πιθανό το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες;
Αυτή τη στιγμή δεν βλέπω τέτοιο ενδεχόμενο στον ορίζοντα. Σε κάθε περίπτωση εκείνο που χρειάζεται σήμερα η χώρα δεν είναι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις (υπενθυμίζω ότι από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές δεν έχει παρέλθει ούτε ένας χρόνος και οι προηγούμενες έγιναν οκτώ μήνες νωρίτερα), αλλά πολιτική σταθερότητα, για να αποκατασταθεί ένα κλίμα στοιχειώδους εμπιστοσύνης στην οικονομία.

• Είκοσι μήνες έχουν περάσει από τη μέρα που ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία, κερδίζοντας δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Η αντιπολίτευση χαρακτηρίζει καταστροφικούς για τη χώρα αυτούς τους μήνες και επιμένει ότι αν δεν γίνονταν οι εκλογές τον Ιανουάριο του 2015, η Ελλάδα θα είχε βγει από τα μνημόνια και η χώρα από την κρίση. Τι απαντάτε;
Οι αριθμοί δείχνουν ότι το ακαθάριστο εθνικό προϊόν είχε σημειώσει μια σχεδόν κάθετη πτώση από το 2009 ως το 2013 (από τα περίπου 240 δισ. ευρώ στα 183 δισ. ευρώ) και έκτοτε υπάρχει μια συνεχιζόμενη πλαγιολίσθηση (προβλέπεται να προσγειωθεί στα 175 δισ. το 2016). Το ζητούμενο είναι να αντιστρέψουμε αυτή την τάση και να αρχίσει η οικονομία να αναπτύσσεται από το 2017. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει με καταστροφολογίες και κραυγές, αλλά με σοβαρό προγραμματισμό και εφαρμογή του στην πράξη, ώστε η χώρα να αρχίσει να παράγει διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες σε κλίμακα σαφώς μεγαλύτερη από ότι σήμερα.

• Αν κάνατε «ταμείο» για αυτό το διάστημα διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, ποια λάθη θα εντοπίζατε και τι θα έπρεπε να αποφύγει ο Αλέξης Τσίπρας;
Και λάθη έγιναν και αυταπάτες αποκαλύφθηκαν και παραλείψεις υπήρξαν, όπως έχει παραδεχθεί άλλωστε δημόσια ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Η ώρα του απολογισμού και της κρίσης όμως θα έρθει όταν διεξαχθούν οι επόμενες βουλευτικές εκλογές. Εκείνο που προέχει και χρειάζεται σήμερα είναι να υλοποιήσει η κυβέρνηση εκείνο το μέρος του αρχικού της προγράμματος (όπως είχε προδιαγραφεί στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2014) το οποίο δεν εξαρτάται από την έγκριση των δανειστών, όπως είναι η περιστολή της μεγάλης ιδίως φοροδιαφυγής (ενδοομιλικές συναλλαγές πολυεθνικών επιχειρήσεων, «λίστες» φοροφυγάδων κλπ.) και η καταπολέμηση του οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος (λαθρεμπόριο καυσίμων και καπνού κ.ά.), ώστε να υπάρξουν «υγιή» έσοδα για τα δημόσια ταμεία. Έγιναν κάποια βήματα, αλλά απαιτούνται περισσότερα, γρηγορότερα και αποφασιστικότερα.

• Θεωρείτε ότι η υπόθεση Grexit έχει τελειώσει ή μπορεί ανά πάσα στιγμή να επανέλθει αυτό το σχέδιο από κύκλους της ΕΕ;
Δεν είναι ζήτημα σχεδίου ή συνωμοσίας, αν και δεν παύουν να υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη που θα ήθελαν μια ακόμη πιο ακραία τιμωρητική μεταχείριση της χώρας μας. Είναι ζήτημα πραγματικών οικονομικών εξελίξεων. Αν δεν κατορθώσουμε να επανέλθουμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2017, ώστε να ανακτήσουμε έστω και σταδιακά την εμπιστοσύνη των κεφαλαιαγορών και να δανειζόμαστε από αυτές ως ένα «φυσιολογικό» κράτος, τότε στη λήξη του τρέχοντος προγράμματος διακρατικού δανεισμού, στα τέλη του 2018, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το φάσμα της άτακτης χρεοκοπίας και του Grexit. Και τούτο διότι οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στα άλλα κράτη-μέλη της Ένωσης και της ευρωζώνης είναι δυσμενείς (ενίσχυση της ακροδεξιάς και των ευρωφοβικών συνδρόμων), με συνέπεια να καθίσταται μάλλον απίθανο το ενδεχόμενο τέταρτου διακρατικού δανείου για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της Ελλάδας.

• Έχει αλλάξει καθόλου η εικόνα της χώρας στις Βρυξέλλες ένα χρόνο μετά την υπογραφή της συμφωνίας και του τρίτου μνημονίου;
Εξακολουθεί να υπάρχει ένας υπόκωφος αλλά ισχυρός ανθελληνισμός, όχι τόσο στις Βρυξέλλες όσο κυρίως σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Φιλανδία και τα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη-μέλη. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς αλλά και τους πολίτες σε ευρεία κλίμακα.

• Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ΕΕ είτε θα διαλυθεί είτε θα μετατραπεί σε μια καθαρά οικονομική ένωση και μάλιστα πολλών ταχυτήτων. Συμμερίζεστε αυτές τις εκτιμήσεις;
Μετά το Brexit φαίνεται πως ενισχύονται οι αποσχιστικές τάσεις και σε μια σειρά άλλων κρατών-μελών της Ένωσης. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αυτή τη στιγμή ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα, αλλά πάντως η Ευρώπη σε έναν ορίζοντα μιας δεκαετίας περίπου θα είναι πολύ διαφορετική από τη σημερινή.

• Ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες επικρίθηκε εντόνως από τους καναλάρχες και όχι μόνο. Θεωρείτε σωστή την απόφαση να δοθούν μόνο τέσσερις πανελλαδικές άδειες; Υπάρχει παράβαση των κανόνων της ΕΕ από τον περιορισμό του αριθμού των αδειών; Επίσης δεν κρύψατε ότι ο νόμος αυτός έχει κενά. Κατά τη γνώμη σας τι πρέπει άμεσα να ρυθμιστεί;
Πρέπει να θεσπιστεί προσωρινή αναστολή της συμμετοχής στη διοίκηση τηλεοπτικών επιχειρήσεων για πρόσωπα που τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη λόγω συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, και οριστική έκπτωση, παράλληλα με υποχρέωση μεταβίβασης των μετοχών τους εντός τακτής προθεσμίας, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης τους από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο. Κατά τα άλλα, όλα τα ζητήματα σχετικά με τον διαγωνισμό εκκρεμούν στην ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία συνεδρίασε για το θέμα αυτό στις αρχές Ιουλίου και εκκρεμεί η έκδοση της απόφασής της, τις επόμενες εβδομάδες υποθέτω. Προσωπικά, λόγω της διπλής πολιτικής και ακαδημαϊκής μου ιδιότητας, δεν θέλω να σχολιάσω τα ζητήματα αυτά στην παρούσα φάση, για να μη θεωρηθεί ότι επιχειρώ να παρέμβω στο έργο της δικαιοσύνης.

• Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ πλησιάζει. Μήπως σε αυτό θα επισφραγιστεί κάποια στροφή προς τη σοσιαλδημοκρατία, μετά και τις σχέσεις που έχει αναπτύξει ο Αλέξης Τσίπρας σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τον συγκεκριμένο χώρο;
Το ζητούμενο δεν είναι η στροφή προς τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά η στροφή προς την κοινωνία, δηλαδή προς τα περίπου 2 εκατομμύρια πολίτες που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2015. Κλειστές διαδικασίες από μια βάση περίπου 20.000-25.000 μελών, η οποία λίγο έχει διαφοροποιηθεί σε σχέση με τα όσα υπήρχαν την εποχή του 4%, δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτό το πρόταγμα. Επομένως χρειάζονται αλλαγές στο καταστατικό, με απευθείας ανοιχτή εκλογή τόσο του προέδρου όσο και της Κεντρικής Επιτροπής.

Δημοσιευμένο άρθρο του Κώστα Χρυσόγονου στην Εφημερίδα των Συντακτών 03/09



 
Η δημοπράτηση των τηλεοπτικών αδειών για πρώτη φορά στα 27 χρόνια λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών αποτελεί καθαυτή σημαντική πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς της αυθαίρετης κατάληψης ή ανάθεσης συχνοτήτων χωρίς να έχει προηγηθεί διαγωνισμός. Ως θετική εξέλιξη μπορεί να αποτιμηθεί και η αναμενόμενη (σε βάθος τριετίας) είσπραξη από το δημόσιο ενός ποσού περίπου 250 εκατομμυρίων ευρώ, σε καιρούς χαλεπούς από δημοσιονομική – και όχι μόνο – άποψη. Αυτά όμως δεν δικαιολογούν εφησυχασμό για τα υπαρκτά κενά του νομικού πλαισίου το οποίο διέπει τη ιδιοκτησία και τη διοίκηση των τηλεοπτικών επιχειρήσεων γενικά.

Είναι προφανές πως η τηλεόραση διαθέτει μεγάλη δύναμη επηρεασμού της κοινής γνώμης. Χρειάζεται επομένως να διασφαλίζουμε συνεχώς – και όχι μόνο κατά τον χρόνο διεξαγωγής του διαγωνισμού για τις άδειες – ότι δεν θα διεισδύσει στον χώρο αυτό το οργανωμένο έγκλημα. Το λιγότερο που απαιτείται να γίνει για τον σκοπό αυτό είναι να θεσπισθεί προσωρινή αναστολή της συμμετοχής στη διοίκηση τηλεοπτικής επιχείρησης προσώπων κατά των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για διεύθυνση ή συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και για άλλα ιδιαίτερα βαριά κακουργήματα, όπως θα ορίσει ο νόμος, και αυτοδίκαιη οριστική έκπτωση τους από τα σχετικά αξιώματα (μέλους Δ.Σ. κλπ.) σε περίπτωση καταδίκης τους από τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια. Παράλληλα θα πρέπει , σε μια τέτοια περίπτωση , να υποχρεούται ο καταδικασθείς να εκποιήσει τις κατεχόμενες από εκείνον μετοχές της τηλεοπτικής επιχείρησης σε τρίτα πρόσωπα εντός τακτής προθεσμίας , διαφορετικά να επαπειλούνται κυρώσεις έως την αφαίρεση της άδειας.

Η παραπάνω άποψη μου είναι απλή και καθαρή, έχει διατυπωθεί δημόσια και έχει έγκαιρα τεθεί υπόψη των αρμόδιων κυβερνητικών παραγόντων. Δεν αποτελεί «δηλητηριώδη υπαινιγμό» όπως γράφηκε, αλλά συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη πρόταση προκειμένου να αποφύγουμε τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις στον δημόσιο βίο της χώρας.