Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Η συνταγματική αρχή της ελεύθερης εντολής - Άρθρο μου στα ΝΕΑ του Σαββάτου 25.11.2023

Κώστας Χρυσόγονος

Στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα ισχύει η αρχή της ελεύθερης εντολής του βουλευτή, σε αντίθεση προς τα καθεστώτα του (πρώην) υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη, όπου προβλεπόταν η δέσμευση του βουλευτή από τις κατευθύνσεις τις οποίες του έδιναν τυπικά οι ψηφοφόροι και κατ’ ουσία το κυρίαρχο (κομμουνιστικό) κόμμα, όπως επίσης και η δυνατότητα ανάκλησής του. Έτσι το άρθρο 60 του ελληνικού Συντάγματος προβλέπει ότι οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση και ότι η παραίτηση από το αξίωμά του είναι δικαίωμα του βουλευτή, με την υποβολή σχετικής γραπτής δήλωσής του στον Πρόεδρο της Βουλής. Εξυπακούεται ότι η δήλωση αυτή υποβάλλεται μόνο σε ενεστώτα χρόνο και δεν μπορεί να συνοδεύεται από όρους ή προϋποθέσεις, διότι διαφορετικά η παραίτηση μετατρέπεται από δικαίωμα σε υποχρέωση (εάν π.χ. ένα πολιτικό κόμμα έχει αποσπάσει εκ των προτέρων υπεύθυνες δηλώσεις των υποψηφίων βουλευτών του ότι δεσμεύονται να παραιτηθούν αν ανεξαρτητοποιηθούν ή αν το κόμμα τους διαγράψει, ως προϋπόθεση για να συμπεριληφθούν στους συνδυασμούς του).

Νομικά επομένως ο βουλευτής που αποστασιοποιείται από το κόμμα του, αδιάφορο με πρωτοβουλία του ίδιου ή της κομματικής ηγεσίας, δεν έχει καμία υποχρέωση να παραιτηθεί. Ηθικά και πολιτικά βέβαια η αποστασία συνεπάγεται βαρύτατο στίγμα, ιδιαίτερα μετά την τραυματική εμπειρία του 1965, όταν πενήντα περίπου βουλευτές της Ένωσης Κέντρου (η οποία είχε πλειοψηφήσει στις εκλογές του 1964 με 53%) πρόδωσαν τη λαϊκή εντολή για εκδημοκρατισμό του δημόσιου βίου και στήριξαν το βασιλικό πραξικόπημα κατά του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, ανοίγοντας τον δρόμο για το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967. Η αποστασία είναι όμως μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από την πολιτική διαφωνία.

Αποστασία υπάρχει όταν ο βουλευτής αποχωρήσει από το κόμμα του (ή προκαλέσει τη διαγραφή του με αντικαταστατικές/αντικομματικές ενέργειές του) για ιδιοτελείς λόγους, προσχωρώντας ουσιαστικά σε αντίπαλη πολιτική παράταξη έναντι αντιπαροχής. Η αντιπαροχή αυτή το 1965 συνίστατο στην κατάληψη κυβερνητικών θέσεων στις αυθαίρετα (κατά παράβαση της αρχής της «δεδηλωμένης») διορισμένες από τον επίορκο βασιλιά Κωνσταντίνο κυβερνήσεις Νόβα/ Τσιριμώκου/ Στεφανόπουλου, που στηρίχθηκαν από την Ε.Ρ.Ε., χωρίς να έχει προϋπάρξει πολιτική διαφωνία των αποστατών με τον Γεώργιο Παπανδρέου (αντίθετα μάλιστα, λίγες μέρες πριν τη διαφωνία του τελευταίου με τον Κωνσταντίνο, όλοι ανεξαιρέτως είχαν εκφράσει την εμπιστοσύνη τους στον πρωθυπουργό, σε σχετική ψηφοφορία της Βουλής).

Αν όμως ο βουλευτής καταστεί ανεξάρτητος εξαιτίας πολιτικής διαφωνίας με το κόμμα του, χωρίς με τον τρόπο αυτό να επέρχεται, ή έστω να προδιαγράφεται, αλλαγή κυβέρνησης και χωρίς ο ίδιος να αποκομίζει οποιοδήποτε προσωπικό όφελος, τότε η συμπεριφορά του συνιστά θεμιτή υλοποίηση της συνταγματικής αρχής της ελεύθερης εντολής. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν από τη γενικότερη πολιτική ατμόσφαιρα γίνεται φανερό ότι δεν πρόκειται για ατομική κίνηση του ίδιου, αλλά για μια επιμέρους εκδήλωση ενός γενικότερου φαινομένου απομάκρυνσης στελεχών και, κυρίως, ψηφοφόρων από το συγκεκριμένο κόμμα, για καθαρά πολιτικούς λόγους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η τυχόν διατύπωση από τον αρχηγό του κόμματος απαίτησης για παραίτηση των διαφωνούντων βουλευτών από το αξίωμά τους συνιστά όχι μόνο συμπεριφορά αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ελεύθερης εντολής, αλλά επίσης εκδήλωση ηγεμονισμού και ιδιοκτησιακής νοοτροπίας.

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Αποχαιρετισμός στον Γιώργο Γραμματικάκη

Τον Γιώργο Γραμματικάκη τον γνώρισα από κοντά το 2014, μετά την εκλογή μας ως ευρωβουλευτών, αν και βέβαια η λαμπρή επιστημονική του πορεία ήταν ήδη γνωστή από πολλά χρόνια νωρίτερα στο πανελλήνιο. Στην πενταετία της κοινοβουλευτικής μας θητείας είχα όμως την πραγματικά σπάνια ευκαιρία να θαυμάσω την προσωπικότητα ενός ανθρώπου, ο οποίος αβίαστα κέρδιζε τον σεβασμό όλων όσοι ήταν γύρω του, με την πραότητα του χαρακτήρα, το βάρος της πνευματικής του συγκρότησης, το ανεπιτήδευτο ύφος και το αψεγάδιαστο ήθος του. Ο εκλιπών ήταν ο ουσιαστικός πρύτανης των Ελλήνων και Ελληνίδων ευρωβουλευτών, όχι επειδή το επεδίωκε ή επειδή είχε ασκήσει και τυπικά το αξίωμα αυτό στο παρελθόν, στο Πανεπιστήμιο της γενέτειράς του Κρήτης, αλλά επειδή η ποιότητά του τον έκανε να ξεχωρίζει από όλους εμάς τους υπόλοιπους. Το γεγονός εξάλλου ότι πριν από εννιά χρόνια, σε μια πανελλαδική εκλογή με σταυρό προτίμησης, περίπου 74.000 εκλογείς ή σχεδόν το 20% όσων είχαν ψηφίσει τότε το «Ποτάμι», αναγνώρισαν και τίμησαν μια αληθινή αξία του τόπου μας, δείχνει ότι μερικές φορές είμαστε σε θέση, ως πολιτική κοινωνία, «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα», όπως έλεγε ο μεγάλος μας ποιητής. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σκεπάσει τον Γιώργο.


12 έδρες αναζητούν ιδιοκτήτη

Η υποβολή την προηγούμενη εβδομάδα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτησης προς τη Βουλή για παροχή αδείας, κατά το άρθρο 62 του Συντάγματος, προκειμένου να εξετασθούν ως ύποπτοι τέλεσης του ποινικού αδικήματος της εξαπάτησης εκλογέων 11 βουλευτές του κόμματος των «Σπαρτιατών» (δηλαδή όλοι πλην του Προέδρου του, από τις δημόσιες καταγγελίες του οποίου προήλθε το όλο ζήτημα) ανοίγει το ποινικό σκέλος της υπόθεσης του κόμματος αυτού. Στην πραγματικότητα βέβαια το αδίκημα της εξαπάτησης εκλογέα (άρθρο 112 παρ. 2 του Εκλογικού Κώδικα, π.δ. 26/2012) είναι ελαφρύ πλημμέλημα, με ανώτατη απειλούμενη ποινή τα δύο έτη φυλάκισης, και σε περίπτωση καταδίκης του ο κατηγορούμενος μπορεί να τύχει των ευεργετημάτων είτε της αναστολής (αν έχει λευκό ποινικό μητρώο) είτε έστω της εξαγοράς της ποινής του. Συνεπώς οι βουλευτές των «Σπαρτιατών» δεν κινδυνεύουν να βρεθούν συγκρατούμενοι των πρώην βουλευτών της «Χρυσής Αυγής». 

Ωστόσο, οι διαπιστώσεις της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στο έγγραφό της προς τον Πρόεδρο της Βουλής, ότι δηλαδή οι ένδεκα βουλευτές «προσέφεραν στην πραγματικότητα το κόμμα των Σπαρτιατών ως μανδύα νέου πολιτικού κόμματος στον Ηλία Κασιδιάρη, διευκολύνοντάς τον να καταστρατηγήσει τους περιορισμούς εκλογιμότητας που τάσσονται  από την εκλογική νομοθεσία», ισχυροποιούν de facto τους ταυτόσημου περιεχομένου ισχυρισμούς ενστάσεων οι οποίες έχουν υποβληθεί ήδη στο ΑΕΔ (Εκλογοδικείο) κατά της εκλογής όλων βουλευτών των «Σπαρτιατών». Αν και από τυπική, δικονομική άποψη το εκλογικό αυτό σκέλος είναι ανεξάρτητο από το ποινικό, εντούτοις η αποδοχή από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου της πραγματικής βάσης των ενστάσεων είναι φανερό ότι δημιουργεί μια ευνοϊκή περιρρέουσα ατμόσφαιρα για εκείνες και αυξάνει τις πιθανότητες τελικής ευδοκίμησής τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Εκλογοδικείο θα μπορούσε είτε να διατάξει την επανάληψη της ψηφοφορίας στις εκλογικές περιφέρειες όπου έχουν εκλεγεί οι καθ’ ων η ένσταση, πράγμα όμως πρακτικά απίθανο, είτε, το πιθανότερο να ανακατανείμει τις έδρες τους στα υπόλοιπα κόμματα, κατ’ αναλογία της εκλογικής δύναμης εκείνων, με βάση τη σχετική διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 ν. 345/1976 (εφόσον κρίνει ότι η επανάληψη της ψηφοφορίας είναι περιττή, ότι δηλαδή οι εκλογικοί συσχετισμοί μεταξύ των άλλων κομμάτων δεν θα επηρεάζονταν από την απουσία των «Σπαρτιατών»). 

Και από χρονική άποψη εξάλλου, ενώ το (λιγότερο σημαντικό) ποινικό σκέλος της υπόθεσης θα κριθεί, με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στα ποινικά δικαστήρια της χώρας μας, μετά από αρκετά χρόνια, το πιο κρίσιμο εκλογικό/κοινοβουλευτικό σκέλος θα αποδειχθεί πολύ ταχύτερο. Οι ενστάσεις ενώπιον του ΑΕΔ κατά του κύρους των βουλευτικών εκλογών θεωρούνται πάγια ως υποθέσεις μείζονος σημασίας και έτσι εκδικάζονται σε σχετικά σύντομο διάστημα. Στην προκειμένη περίπτωση περίπτωση μπορεί να διακινδυνεύσει κανείς την πρόβλεψη ότι η τύχη των δώδεκα εδρών των «Σπαρτιατών» (μη εξαιρουμένης εκείνης του προέδρου τους, ο οποίος περιλαμβάνεται προφανώς στους καθ΄ων η ένσταση) θα έχει κριθεί ως το τέλος του τρέχοντος δικαστικού έτους, το καλοκαίρι του 2024. 


Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

Ο δρόμος προς την ολική επαναφορά - άρθρο μου στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 23/07/2023

Κώστας Χρυσόγονος

Μέλος Π.Σ. ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ

Οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023 παρήγαγαν το παράδοξο, μιας ισχυρής κυβέρνησης (με 41% των ψήφων και 158 έδρες) χωρίς, επί της ουσίας, μείζονα ή «αξιωματική» αντιπολίτευση. Τυπικά τον ρόλο αυτό επωμίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στην πράξη η απώλεια των μισών περίπου ψήφων (930.000 τον Ιούνιο του 2023 έναντι 1.781.000 τον Ιούλιο του 2019, με ποσοστό 17,8% τώρα έναντι 31,5% τότε) και εδρών του (47 έναντι 86) προοιωνίζεται τη μελλοντική επιστροφή του κόμματος αυτού στον παραδοσιακό του ρόλο, ενός σχήματος διαμαρτυρίας στα επίπεδα του 3% ή 4%. Το μόνο ιστορικό προηγούμενο μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία όχι μόνο δεν κατάφερε να επωφεληθεί από τη φθορά που συνεπάγεται η άσκηση της εξουσίας για την κυβέρνηση, αλλά κατέρρευσε η ίδια, ήταν εκείνο της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου, από το 20% το 1974 στο 12% το 1977, για να ακολουθήσει η αυτοδιάλυση της τα επόμενα χρόνια.

Συνεπώς, οι ευρωεκλογές του Μαΐου 2024 αποκτούν αυξημένη σημασία για τα εθνικά μας πολιτικά δρώμενα, πέρα από την αυτονόητη ευρωπαϊκή τους διάσταση. Θα φανεί αν κάποιο από τα επτά συνολικά κόμματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης θα καταφέρει να αναδειχθεί σε ρόλο δυνητικά επικίνδυνου αντιπάλου για τη «Νέα Δημοκρατία», στην προοπτική των επόμενων εθνικών εκλογών του 2027. Τούτο είναι πάντως ευκταίο από την άποψη της εύρυθμης λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, αφού μια κυβέρνηση χωρίς αντιπολίτευση είναι ένα φαινόμενο πολλαπλώς επικίνδυνο, τόσο για τα συνταγματικά δικαιώματα (π.χ. τηλεφωνικές υποκλοπές), όσο και για τους θεσμούς (χαρακτηριστικές οι επισημάνσεις των εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το έλλειμμα δικαστικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα).

Στην πραγματικότητα ο μόνος υποψήφιος να αναδειχθεί σε «αντίπαλον δέος» για τη «Νέα Δημοκρατία» είναι το ΠΑ.ΣΟ.Κ./ΚΙΝ.ΑΛ. Από τον Ιούλιο του 2019 στον Ιούνιο του 2023, το – προς το παρόν – τρίτο κοινοβουλευτικό κόμμα κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο από κάθε άλλο, ανεβαίνοντας από το 8,1% στο 11,8%, ενώ η μαζική συμμετοχή στη διαδικασία που οδήγησε στην εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη (270.000 πολίτες, έναντι 404.000 στην αντίστοιχη διαδικασία της Ν.Δ. το 2015 και μόλις 152.00 στον ΣΥΡΙΖΑ το 2022 επίσης), σε συνδυασμό με την αδιάκοπη ισχυρή παρουσία του στον συνδικαλισμό και την αυτοδιοίκηση (πολύ ισχυρότερη από την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση), καταδεικνύουν ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις επιτάχυνσης της ανοδικής του πορείας και της επανόδου του σε ρόλο διεκδικητή της εξουσίας. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να πείσει τη μεγάλη μάζα των μη προνομιούχων ότι υπάρχει ένας «τρίτος δρόμος» για τη χώρα, ένας δρόμος δίκαιης ισορροπίας μεταξύ φόρων και κοινωνικών παροχών, μακριά τόσο από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές κατεδάφισης του κοινωνικού κράτους της τελευταίας τετραετίας, όσο και από τη συριζαϊκή φοροκαταιγίδα τη προηγούμενης τετραετίας, προκειμένου στις ευρωεκλογές του 2024 να εγγράψει προσημείωση για την ολική επαναφορά του ως κόμμα εξουσίας το 2027.

Δευτερεύουσα σημασία έχει, στο πλαίσιο αυτό, το κατά πόσο το όριο συμμετοχής στην κατανομή των εδρών θα παραμείνει στο 3% ή θα αυξηθεί στο 5% όπως φημολογείται ευρέως (γεγονός είναι ότι στα περισσότερα από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ένωσης το εκλογικό αυτό «κατώφλι» είναι υψηλότερο απ’ ό,τι στη χώρα μας, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος πολιτικού κατακερματισμού). Προβληματισμός, εξάλλου, ανακύπτει για τον τρόπο ανάδειξης των ευρωβουλευτών (σταυρός ή λίστα), δεδομένου ότι τα πρόσφατα κρούσματα παραβατικών συμπεριφορών από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους μας αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας διεθνώς. Ούτως ή άλλως πρέπει όλοι να αντιληφθούμε ότι η ψήφος μας είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, τόσο στις εθνικές όσο και στις ευρωπαϊκές εκλογές.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Το κρίσιμο ερώτημα για αύξηση του ορίου του 3% - Άρθρο μου στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 7.7.2023

Κώστας Χρυσόγονος
Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Οι εκλογές της 25.6.2023, με τον κατακερματισμό της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης σε επτά (και παραλίγο οκτώ) κόμματα, κανένα από τα οποία δεν έφθασε το 18% των έγκυρων ψήφων ή τις 50 έδρες, έθεσαν επί τάπητος το ζήτημα της λειτουργικότητας της Βουλής. Δεδομένου ότι η τελευταία δεν είναι μόνο λαϊκή αντιπροσωπεία, αλλά και κρατικό όργανο, εξοπλισμένο με αρμοδιότητες καίριας σημασίας για τη λειτουργία του πολιτεύματος, η διασφάλιση της δυνατότητας άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών συνιστά συνταγματική επιταγή, ως απόρροια της κοινοβουλευτικής αρχής και της διάκρισης των λειτουργιών (βλ. αναλυτικότερα Κ. Χρυσόγονου, Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, 1996, σ. 217 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα το ζήτημα προκύπτει όχι υπό την έκφανση της διακινδύνευσης της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά της δυσχέρειας άσκησης των ελεγκτικών δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης, λόγω ακριβώς του κατακερματισμού της (π.χ. αδυναμία κατάθεσης πρότασης δυσπιστίας με τις απαιτούμενες 50 υπογραφές, κ.ά.).

Ανακύπτει έτσι εύλογα το ερώτημα, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αυξηθεί το απαιτούμενο όριο για τη συμμετοχή ενός κόμματος (ή συνασπισμού) στην κατανομή των εδρών από το 3% των εγκύρων ψήφων πανελλαδικά (άρθρο 99 παρ. 1 του Εκλογικού Κώδικα, π.δ. 26/2012), π.χ. στο 5%. Το ερώτημα τούτο μπορεί να καταστεί πιεστικότερο στο μέλλον, εφόσον στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μειωθεί αισθητά το ποσοστό ψήφων (και) του πρώτου κόμματος, ως αποτέλεσμα της συνήθους φθοράς από την άσκηση εξουσίας. Τότε ενδέχεται να τεθεί και ζήτημα κυβερνητικής σταθερότητας, δεδομένου ότι το πολιτικό σκηνικό εμφανίζεται άκρως πολωμένο, αφού κανείς από τους οκτώ κοινοβουλευτικούς σχηματισμούς δεν φαίνεται να έχει μελλοντική διάθεση κυβερνητικής συνεργασίας με κανέναν.

Μια ματιά στα συγκριτικά δεδομένα δείχνει ότι από τα άλλα 26 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα τέσσερα υπάρχει όριο 4%, σε ένδεκα το όριο είναι 5%, ενώ υπάρχουν και κράτη μέλη (π.χ. Γαλλία, Ιρλανδία, Μάλτα, Πορτογαλία) όπου το όριο μπορεί να καταλήγει κατ’ αποτέλεσμα να τίθεται ακόμη υψηλότερα, λόγω της εφαρμογής πλειοψηφικού συστήματος ή της κατανομής των εδρών σε επίπεδο ελάσσονος περιφέρειας. Μόνο η Δανία και η Ολλανδία φαίνονται να έχουν τελικά χαμηλότερο εκλογικό «κατώφλι» από την Ελλάδα.

Πρόκειται πάντως για θέμα αναγόμενο στο εκλογικό σύστημα και έτσι μια τυχόν αλλαγή εδώ θα χρειαζόταν να υπερψηφισθεί με πλειοψηφία 200 βουλευτών, προκειμένου να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές (άρθρο 54 παρ.1 Συντ.), αλλιώς θα πρέπει να περιμένει έως τις μεθεπόμενες. Ο περιορισμός όμως αυτός αφορά (μόνο) τις εθνικές εκλογές, ενώ για τις ευρωεκλογές ο νομοθέτης δεν κωλύεται συνταγματικά να θεσπίσει την αύξηση του ορίου συμμετοχής στην κατανομή των εδρών με άμεση ισχύ.

Σάββατο 17 Ιουνίου 2023

Το ΠΑΣΟΚ ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας - άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 16.6.2023

Κώστας Χρυσόγονος

Μέλος Π.Σ. ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου είναι νομικά νέες, αφού εκείνες του Μαΐου λογίζονται ως μη γενόμενες, μετά τη διάλυση της Βουλής. Από πολιτική όμως άποψη η τύχη της επαναληπτικής αυτής αναμέτρησης εμφανίζεται προδιαγεγραμμένη, αφού σε εκλογές με τόσο μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο νικητής της πρώτης φοράς επικρατεί ξανά, με μεγαλύτερα ποσοστά. Δεδομένου ότι η «Νέα Δημοκρατία» θα είχε κερδίσει τον Μάιο 172 έδρες, αν εφαρμοζόταν τότε το εκλογικό σύστημα που θα ισχύσει τώρα, το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα φθάσει σε επίπεδα μιας παντοδυναμίας π.χ. 180 και πλέον εδρών, πράγμα πολλαπλώς ανησυχητικό και επικίνδυνο.

Το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ευτύχησε να επανέλθει στην κυβέρνηση το 2109, στο τέλος μιας δεκαετούς περιόδου δεινής κρίσης. Ήταν λογικά αναμενόμενο πως η ελληνική οικονομία θα πραγματοποιούσε μια μερική επαναφορά προς υψηλότερα επίπεδα, έστω και χωρίς να έχει αλλάξει ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Την επαναφορά αυτή, π.χ. με το ΑΕΠ να ανεβαίνει από τα 165 δις ευρώ το 2020 στα 208 το 2022, την καρπώθηκε πολιτικά το κυβερνών κόμμα και έτσι τον Μάιο του 2023 αύξησε τα ποσοστά του σε σχέση με τον Ιούλιο του 2019. Πέρα όμως από την οικονομική συγκυρία, κρίσιμο ρόλο έπαιξε και η αδυναμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αρθρώσει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχει ακόμα από τις παιδικές αρρώστιες του λαϊκισμού και του αριστερισμού, οι οποίες όχι μόνο τον είχαν οδηγήσει στη Βαρουφακειάδα του 2015, αλλά τον εμποδίζουν ακόμη και σήμερα να ασκήσει ειλικρινή και σοβαρή αυτοκριτική για τα πεπραγμένα συνολικά της κυβερνητικής του θητείας.

Η εκλογική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ τον Μάιο σημαίνει ότι η προοπτική να διεκδικήσει στο μέλλον ξανά την εξουσία απομακρύνεται ανεπιστρεπτί. Παράλληλα η νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη ενδέχεται να μείνει χωρίς πραγματικό αντίπαλο και τα φαινόμενα αυθαίρετης άσκησης της εξουσίας που είδαμε στην τελευταία τετραετία, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών, η απαξίωση της δημόσιας υγείας και των δημόσιων συγκοινωνιών, κ.ά., να χειροτερεύσουν ακόμη περισσότερο. Το κρίσιμο επομένως ερώτημα των εκλογών του Ιουνίου δεν είναι αν η χώρα θα αποκτήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, αλλά αν θα αποκτήσει αξιωματική αντιπολίτευση ικανή να διαμορφώσει σταδιακά τις προϋποθέσεις μιας κυβερνητικής αλλαγής στις επόμενες εκλογές, π.χ. του 2026 ή 2027.

Η αξιωματική αντιπολίτευση που χρειάζεται ο τόπος ως αντίβαρο στην αυθαιρεσία μιας παντοδύναμης κυβέρνησης δεν είναι άλλη από το ΠΑ.ΣΟ.Κ/ΚΙΝ.ΑΛ., υπό την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη και της νέας γενιάς (από ηλικιακή και όχι μόνο άποψη) στελεχών τα οποία τον περιβάλλουν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι μπορούν να προσφέρουν στη χώρα μια πρόταση εξουσίας με χαρακτηριστικά ευρωπαϊκά, δηλ. με άξονα την αξιοκρατία και τον σεβασμό στους κανόνες της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και σοσιαλδημοκρατικά, δηλ. στηριγμένη στην επιδίωξη μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ φορολογικών βαρών αφενός και κοινωνικών παροχών αφετέρου. Με άλλες λέξεις, το ζητούμενο των εκλογών του Ιουνίου είναι η παραπέρα αλλαγή των συσχετισμών μεταξύ του κατερχόμενου ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ και του ανερχόμενου ΠΑ.ΣΟ.Κ., προκειμένου να προετοιμαστεί μια προοδευτική στροφή για τη χώρα μετά την -ατυχώς- αναπόφευκτη νέα κυβερνητική θητεία της δεξιάς.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

Άλαλα τα χείλη των ασεβών - άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 27/03/2023

Κώστας Χρυσόγονος 

Μέλος Π.Σ.  Π.Α.ΣΟ.Κ

Άλαλα τα χείλη των ασεβών

Η δήλωση του Νίκου Ανδρουλάκη ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ είναι έτοιμο να συζητήσει μετεκλογικά τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση συνεργασίας τόσο με τη «Νέα Δημοκρατία» όσο και με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., υπό την προϋπόθεση όμως ότι πρωθυπουργός δεν θα είναι ο αρχηγός κανενός από τα δύο κόμματα, προκάλεσε την οξύτατη αντίδραση του κυβερνητικού εκπροσώπου. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι η θέση του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι «θεσμικά ασεβής» και συνιστά «πρόκληση στη δημοκρατική τάξη».

Αναμφισβήτητα  ο -γεωπόνος στο επάγγελμα- κυβερνητικός εκπρόσωπος δικαιούται να κάνει τις δικές του εκτιμήσεις για τη στάση των πολιτικών του αντιπάλων και να διαλέγει υψηλούς τόνους ή ήπιο πολιτικό κλίμα. Θα έπρεπε ωστόσο να ήταν πιο προσεκτικός στην επιλογή των λέξεων, αν δεν θέλει να κατηγορηθεί για παχυλή αμάθεια, σε ό,τι αφορά τόσο τα συνταγματικά και θεσμικά δεδομένα (αφού ο όρος «θεσμικά ασεβής» καταφανώς υπονοεί ότι η θέση Ανδρουλάκη είναι αντισυνταγματική/αντιθεσμική), όσο και την πολιτική ιστορία του τόπου (ενόψει της οποίας μπορεί να μετρηθεί τί συνιστά «πρόκληση για τη δημοκρατική τάξη» ). Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν εκπροσωπεί όχι τον εαυτό του, αλλά την  κυβέρνηση της χώρας. 

Σε ό,τι αφορά την ιστορική διάσταση του ζητήματος, αν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε τον κόπο να ερευνήσει, θα ανεκάλυπτε ότι στα μεταπολεμικά χρόνια  σε τρεις περιπτώσεις σχηματίσθηκαν στην Ελλάδα κυβερνήσεις συνεργασίας με πρωθυπουργό τρίτο πρόσωπο, αντί για τον αρχηγό του πρώτου σε δύναμη εδρών κόμματος. Η πρώτη ήταν το 1947-49, όταν ο αρχηγός του Λαϊκου Κόμματος Κωνσταντίνος Τσαλδάρης αποδέχθηκε τη συμμετοχή του κόμματός του στις κυβερνήσεις διαδοχικά  Μάξιμου,  Σοφούλη και  Διομήδους. Η δεύτερη το 1989 – 90, όταν ο Πρόεδρος της «Νέας Δημοκρατίας» Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αποδέχθηκε  ως πρωθυπουργους Τζανετάκη και Ζολώτα. Και η τρίτη το 2011-12, όταν ο τότε Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιώργος Παπανδρέου συναίνεσε στον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου. 

Όσο αφορά εξάλλου τη συνταγματική πλευρά, καμία διάταξη του ισχύοντος Συντάγματος δεν θέτει ως προϋπόθεση του σχηματισμού κυβέρνησης την κατάληψη της θέσης του πρωθυπουργού από τον αρχηγό του ισχυρότερου από τα συνεργαζόμενα κόμματα, ούτε και υποστηρίχθηκε ποτέ στα σοβαρά παρόμοια άποψη από οποιονδήποτε εκπρόσωπο της θεωρίας του συνταγματικού δικαίου. Αντικείμενο συζήτησης έχει αποτελέσει μόνο το κατά πόσο θα όφειλε ο πρωθυπουργός να είναι εν ενεργεία βουλευτής, αλλά και αυτό ακόμη γίνεται δεκτό από την κρατούσα γνώμη ότι δεν απαιτείται. Επιβεβαιώθηκε άλλωστε τούτο και στη συνταγματική πρακτική κατ΄ επανάληψη, αφού ούτε ο Ξενοφών Ζολώτας ούτε ο Λουκάς Παπαδήμος ήταν βουλευτές, και όμως οι κυβερνήσεις τους έτυχαν ψήφου εμπιστοσύνης από τα τρία μεγαλύτερα κόμματα και της σημερινής  σύνθεσης του Βουλής. 

Θεσμική ασέβεια και πρόκληση στη δημοκρατική τάξη συνιστά αντίθετα η υποκλοπή από τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες – που τελούν υπό την προσωπική εποπτεία και ευθύνη του πρωθυπουργού- των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του αρχηγού κόμματος της αντιπολίτευσης, ενώ η μεταβάπτισή της σε «νόμιμη επισύνδεση» αποτελεί πρόκληση και για τη νοημοσύνη των πολιτών. Στον ελληνικό λαό εναπόκειται, στις προσεχείς εκλογές, να καταστήσει άλαλα τα χείλη των ασεβών.