Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Η ποινική υπερπροστασία της πολιτικής τάξης και η συνταγματική αναθεώρηση


Ομιλία του Κώστα Χρυσόγονου στην Ημερίδα με θέμα: «Ποινικό Δίκαιο, Πολιτική και Πολιτικοί» στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, 05.04.2019.


Είναι λογικό να υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες απέναντι στο ενδεχόμενο υπερβολικής ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα και τέτοιες ασφαλιστικές δικλείδες υπάρχουν περίπου σε όλα τα κράτη του κόσμου τα οποία έχουν τέτοια πολιτεύματα. Όμως στην Ελλάδα παρατηρείται μια υπερβάλλουσα προνομιακή μεταχείριση της πολιτικής τάξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. 

Η προνομιακή αυτή μεταχείριση αναλύεται τόσο στο επίπεδο της βουλευτικής ασυλίας και του τρόπου με τον οποίο αυτή εφαρμόζεται στην πράξη, όσο και στο επίπεδο της ποινικής ευθύνης ή μη ευθύνης των υπουργών για τα πεπραγμένα τους. 

Αν πάρουμε τώρα το θεσμό της βουλευτικής ασυλίας, αυτός έχει δύο εκφάνσεις. Η πρώτη έκφανση είναι το ανεύθυνο του βουλευτή, ότι δεν διώκεται δηλαδή με οποιοδήποτε τρόπο ούτε εξετάζεται για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Αυτό είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο και ισχύει όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Η δεύτερη έκφανση είναι το ακαταδίωκτο, ότι δηλαδή και για άλλα αδικήματα, πλην αδικημάτων γνώμης και ψήφου, δεν μπορεί να διωχθεί αν δεν παρασχεθεί άδεια από τη Βουλή, ύστερα από αίτημα βεβαίως το οποίο θα υποβάλλουν οι αρμόδιες εισαγγελικές αρχές. Ως προς αυτό το δεύτερο λοιπόν παρατηρείται στην Ελλάδα μια υπερβάλλουσα αυτοπροστασία της πολιτικής τάξης, η οποία δεν οφείλεται τόσο στις ισχύουσες διατάξεις, όσο στην νοοτροπία και την πρακτική των πολιτικών μας και ειδικότερα των βουλευτών. Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, στο οποίο είχα την τιμή τα τελευταία πέντε χρόνια να είμαι εισηγητής της επιτροπής νομικών θεμάτων που είναι αρμόδια για τις άρσεις ασυλιών, αίρει την ασυλία των μελών του στατιστικά περίπου στο 97% των περιπτώσεων που ζητείται η άρση της ασυλίας από τις εισαγγελικές αρχές. Ελάχιστες είναι δηλαδή οι περιπτώσεις στις οποίες αρνείται το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο άρση ασυλίας. Και πότε το κάνει αυτό; Είτε όταν πρόκειται για γνώμη ή ψήφο που δόθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων, είτε σε άλλα αδικήματα όταν υπάρχει υπόνοια μεροληψίας, υπάρχουν δηλαδή στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι εισαγγελικές αρχές ή το δικαστικό σύστημα γενικώς της χώρας του κράτους μέλους κινείται με πολιτική σκοπιμότητα σε βάρος του ή της ευρωβουλευτού. Αντίθετα η Βουλή των Ελλήνων, με βάση παρόμοια νομικά δεδομένα, απορρίπτει τουλάχιστον, το 1/3 και έως πρόσφατα πολύ περισσότερο από τις υποβαλλόμενες σ’ αυτή αιτήσεις άρσης ασυλίας. Τούτο δεν εναρμονίζεται προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Υπάρχει λοιπόν μια εσφαλμένη νοοτροπία και πρακτική. Δεν είναι θέμα διατάξεων. Είναι κωμικοτραγικό το γεγονός ότι προσφάτως απερρίφθη αίτηση άρσεως ασυλίας πρώην υπουργού και κυβερνητικού εταίρου για μήνυση η οποία αφορούσε το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης. Εδώ έχουμε, πρόδηλη παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων, η οποία απορρέει από το άρθρο 6 της ευρωπαϊκής συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, διότι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο πολιτικός δύναται να καταμηνύει αλλά δεν δύναται να καταμηνυθεί. Σίγουρα λοιπόν υπάρχουν περιπτώσεις οι οποίες είναι σκανδαλώδεις και οι οποίες φοβάμαι ότι θα οδηγήσουν, αν τεθεί το ζήτημα στο ευρωπαϊκό δικαστήριο δικαιωμάτων του ανθρώπου, και σε νέες καταδίκες της Ελλάδας από το δικαστήριο αυτό.

Συνεπώς φρονώ ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα βασικά δεν προκύπτει από την διατύπωση του άρθρου 62. Παρά ταύτα δεν είναι κακό ότι γίνεται τώρα μια προσπάθεια για την αναθεώρησή του, η οποία φαντάζομαι ότι θα καταλήξει σε μια διατύπωση πιο ευνοϊκή για την άρση ασυλίας από ό,τι η ισχύουσα. 

Σε ότι αφορά το άρθρο 86 του Συντάγματος, αυτό παρέχει τέσσερις μορφές ειδικής προστασίας στους υπουργούς και πρώην υπουργούς. Πρώτον, ότι η άσκηση δίωξης δε γίνεται από τις κοινές εισαγγελικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα αδικήματα όλων των Ελλήνων πολιτών αλλά από τη Βουλή. Δεύτερον ότι η απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών. Τρίτον, ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνον εντός συγκεκριμένης – συντόμου - προθεσμίας, και τέταρτον ότι τα αδικήματα αυτά δικάζονται από ειδικό δικαστήριο.

Ο συνδυασμός αυτών των τεσσάρων μορφών προστασίας οδηγεί το κυβερνητικό προσωπικό, τα μέλη της κυβερνήσεως και τους υπουργούς, σε μια κατάσταση τέτοιας υπερπροστασίας που όμοιο της δεν υπάρχει σε κανένα άλλο κράτος-μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης. Είναι γεγονός ότι και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη είναι αρκετά ως πολύ σύνηθες να δικάζονται τα αδικήματα αυτά από ειδικό δικαστήριο, το οποίο ενίοτε συγκροτείται και από πολιτικά πρόσωπα, όχι μόνο δικαστές. Είναι επίσης αρκετά σύνηθες να ανατίθεται η άσκηση δίωξης σε ειδικό όργανο, που θα μπορούσε να είναι είτε η Βουλή είτε η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου κ.ο.κ. 

Αυτά τα δύο είναι κοινά χαρακτηριστικά σε πολλές ευρωπαϊκές έννομες τάξεις. Η ειδική πλειοψηφία δεν είναι. Η ειδική πλειοψηφία, σε συνδυασμό με σύντομη αποσβεστική προθεσμία για την άρση του ειδικού δικαιώματος της Βουλής, συναντάται, μόνο στο Σύνταγμα της Αιγύπτου, την εποχή του Μουμπάρακ, όπου απαιτούσε μάλιστα αυξημένη πλειοψηφία και πέραν των ορίων της απολύτου. 

Άρα θεωρώ ότι το άρθρο 86 χρειάζεται οπωσδήποτε αναθεώρηση και προς την κατεύθυνση του περιορισμού της παρεχόμενης προς υπουργούς και πολιτικούς προνομιακής αντιμετώπισης. Η παρατήρηση την οποία θα είχα να κάνω σε αυτά που ειπώθηκαν, είναι ότι επιχειρείται να προσδιοριστεί η κατεύθυνση της αναθεώρησης. Πρέπει όμως, να διακρίνουμε τις έννοιες. Κατεύθυνση της αναθεώρησης είναι ο περιορισμός της παρεχόμενης προς υπουργούς και πρώην υπουργούς ποινικής προστασίας. Περιεχόμενο της αναθεώρησης είναι το τι ακριβώς θα γίνει, πώς θα εξειδικευτεί αυτή η κατεύθυνση. Εδώ τι λέει η απόφαση την οποία έβγαλε η Βουλή; Προς την κατεύθυνση περιορισμού των προνομιακών ρυθμίσεων περί ποινικής ευθύνης υπουργών, εδώ θα έπρεπε να μπει τελεία, ιδίως, όμως συνεχίζει, μέσω της κατάργησης της αποσβεστικής προθεσμίας και της κατάργησης της δυνατότητας αναστολής της δίωξης της προδικασίας ή της κυρίας διαδικασίας. Τα παραπάνω δεν δεσμεύουν κατά κανένα τρόπο την επόμενη Βουλή ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η κατεύθυνση αναθεώρησης δεσμεύει. πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως είναι αμφισβητήσιμο στη συνταγματική θεωρία και στην πράξη δεν ξέρω και πώς μπορεί να εφαρμοστεί, αλλά εν πάση περιπτώσει θεωρώ θετικό ότι γίνεται μια τέτοια συζήτηση. Θα ήμουν θετικός πέρα από την κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας να κινείται η διαδικασία από τις εισαγγελικές αρχές και εν συνεχεία να ζητείται η άδεια του κοινοβουλίου για την πρόοδο της διαδικασίας, δηλαδή μια διαδικασία ανάλογη με αυτήν που υπάρχει επί βουλευτικής ασυλίας. 

Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.  
 

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

ΣΥΡΙΖΑ: πιο παλιός και από το παλιό


Δημοσιευμένο άρθρο του Κώστα Χρυσόγονου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 14/06


Οι τελευταίες ανακατατάξεις στο επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης έχουν και μία μάλλον αθέατη πλευρά. Σχεδόν όλα τα πρόσωπα, η αξία των οποίων ανεβαίνει ή κατεβαίνει στο εσωκομματικό «χρηματιστήριο» του ΣΥΡΙΖΑ τις ημέρες αυτές, έχουν το κοινό χαρακτηριστικό να μην έχουν υποβληθεί ποτέ τα ίδια στη βάσανο της διεκδίκησης της λαϊκής ψήφου, δηλ. του σταυρού προτίμησης. Πρόκειται για δοτούς/δοτές υπουργούς και βουλευτές (ελέω και λίστας στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015), που η πολιτική σταδιοδρομία τους έως τώρα στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εύνοια του αρχηγού του κόμματος και πρωθυπουργού.

Στο κεφάλαιο μάλιστα αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, αφού κανείς πρωθυπουργός στο παρελθόν δεν είχε χρίσει τόσους δοτούς όσους ο Αλ. Τσίπρας και κατά τόσο προκλητικό τρόπο (π.χ. διορισμός προσώπου με ανύπαρκτα προσόντα όπως ο κ. Καρανίκας ως σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού!). Τούτο βέβαια δεν είναι η μόνη εκδήλωση αντιδραστικού παλαιοκομματισμού από ένα κόμμα που αυτοδιαφημίζεται ως «προοδευτικό». Ο έσχατος εξευτελισμός της κρατικής τηλεόρασης, η οποία αντί δελτίου ειδήσεων έφθασε να μεταδίδει την προεκλογική εκδήλωση (κατ’ ουσία σύναξη χειροκροτητών σε κλειστό χώρο με ατομικές προσκλήσεις) του κυβερνώντος κόμματος, η απροσχημάτιστη οικογενειοκρατία με διορισμούς συγγενών σε κάθε είδους θέσεις, η εξαγορά βουλευτών άλλων κομμάτων με την προσφορά υπουργικών θώκων, οι πολακειάδες και τόσα άλλα συμπληρώνουν το σκηνικό της οπισθοδρόμησης.

Στην πράξη επομένως ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται πιο παλιός από το παλιό πολιτικό σύστημα, το οποίο διαρκώς καταγγέλλει. Όσο για τον (για μερικές ακόμα ημέρες) πρωθυπουργό, αυτός αποδεικνύεται πως συνιστά μία μετανεωτερική επανέκδοση του ρουσφετολόγου του 19ου αιώνα Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, νεότερου πρωθυπουργού του ελληνικού κράτους (ορκίστηκε σε ηλικία 36 ετών, έναντι 40 του Αλ. Τσίπρα). Όπως εκείνος είχε ξεκινήσει ως επικεφαλής της «Χρυσής Νεολαίας», αμφισβητώντας τον Όθωνα, και κατέληξε ευνοούμενος του Γεωργίου Α’ και αρχιερέας του πελατειακού συστήματος, έτσι και ο σημερινός πρωθυπουργός επαγγέλθηκε αλλαγή σελίδας για τη χώρα και κατέληξε ευνοούμενος των ξένων εταίρων και βέβαια αυτουργός της συμφωνίας των Πρεσπών. Η ιστορία επαναλαμβάνεται.