Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

Το ζήτημα της προστασίας της τιμής των δημοσίων προσώπων - Άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

 Κώστας Χρυσόγονος

Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.

Το Σύνταγμα (άρθρο 14) και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 10) προστατεύουν την ελευθερία της έκφρασης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ελευθερία ειδικότερα του τύπου. Η παραπάνω ελευθερία αποτελεί ένα από τα κύρια θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 7.12.1976, υπόθεση Handyside) και περιορίζεται μόνο για λόγους προστασίας άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η «τιμή» του προσώπου (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 2 του Συντάγματος).

Ιδιαίτερη διάσταση έχει πάντως το ζήτημα της προστασίας της τιμής των δημόσιων προσώπων. Αν και ο πολιτικός δεν στερείται της προστασίας γενικά της υπόληψής του, πάντως πρέπει να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική από ό, τι ο απλός πολίτης, αφού άλλωστε το στοιχείο της αντιπαράθεσης και αντιδικίας χαρακτηρίζει εξ ορισμού την πολιτική. Με παρόμοιο σκεπτικό το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός ενός πολιτικού ως «ηλίθιου» σε δημοσιογραφικό άρθρο δεν συνιστούσε υπέρβαση των θεμιτών ορίων της κριτικής και άρα, η ποινική καταδίκη του δημοσιογράφου γι αυτόν ήταν αντίθετη στο άρθρο 10 ΕΣΔΑ. Την ίδια αντίληψη εκφράζει η νομολογία του Αρείου Πάγου, η οποία δέχεται ότι τα ΜΜΕ έχουν δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διατύπωση σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, είναι επιτρεπτοί χαρακτηρισμοί π.χ. για τη συμπεριφορά βουλευτή, εκτός αν αποτελούν συκοφαντική δυσφήμηση ή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλ. προσβολής της τιμής με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με περιφρόνηση αυτού.

Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόσωπο μπορεί να αξιώνει από δημοσιογράφους και/ή εκδότες να μην προσβάλλουν την τιμή του με τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, όχι όμως και να μην ερμηνεύουν και σχολιάζουν κατά την κρίση τους το ένα ή το άλλο γεγονός. Η ενοικίαση εξοχικής κατοικίας από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ένα γεγονός που ούτε ο ίδιος δεν αμφισβητεί. Η υποβολή εκ μέρους του αγωγής κατά εκδότη και δημοσιογράφου για τον τρόπο με τον οποίο σχολίασαν την ενοικίαση, θεωρώντας την σκάνδαλο με βάση ένα δικό τους σκεπτικό, φαίνεται να ξεπερνάει τα όρια της θεμιτής προστασίας της τιμής του. Το σχόλιο κύκλων του ΣΥΡΙΖΑ ότι η αγωγή υποβλήθηκε επειδή οι εναγόμενοι, μετά την επίδοση εξωδίκου, συνέχισαν να εκτοξεύουν «ειρωνείες, υπαινιγμούς και χαρακτηρισμούς» συνοψίζει, προφανώς χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι συντάκτες του, την ουσία της υπόθεσης, αφού τίποτε από όλα αυτά, στρεφόμενο κατά πολιτικού προσώπου, δεν απαγορεύεται σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Απαγορεύεται μόνο η εμφάνιση ψευδών γεγονότων ως αληθών και τούτο είναι το μοναδικό αντικείμενο που μπορεί να κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2021

Να ανακτήσουμε τη χαμένη έννοια της προόδου - Άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Κώστας Χρυσόγονος

Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.

    Η συζήτηση για κυβερνητική σύμπραξη στο μέλλον μεταξύ ΚΙΝ.ΑΛ. και ΣΥ.ΡΙΖ.Α., υπό την επιγραφή της «προοδευτικής διακυβέρνησης», εντείνεται τελευταία από αμφότερες τις πλευρές. Στην πραγματικότητα άλλωστε τα δύο κόμματα δεν τα χωρίζουν διαφορές στρατηγικού χαρακτήρα. Αμφότερα αποδέχονται το κοινοβουλευτικό πολίτευμα, το καπιταλιστικό κοινωνικό σύστημα (παρά τις κατά καιρούς ρητορικές εξάρσεις περί «μετασχηματισμών» του) και τους βασικούς διεθνείς προσανατολισμούς της χώρας (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ευρωζώνη). Σ’ αυτά βέβαια δεν συμπίπτουν μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τη «Νέα Δημοκρατία». Η διαφορά των τριών εντοπίζεται κυρίως σε ποσοτικά ζητήματα, δηλ. στο πόση ακριβώς αναδιανομή μέρους του συνολικού κοινωνικού προϊόντος από τους έχοντες προς τους  μη έχοντες θεωρούν επιθυμητή και/ή εφικτή, και δευτερευόντως σε άλλα επιμέρους, από τα ιδιωτικά Α.Ε.Ι. ως τον τρόπο εκφοράς του πολιτικού λόγου. 

    Μια συγκυβέρνηση μεταξύ κάποιων από τα κόμματα αυτά δεν είναι επομένως θεωρητικά απίθανη. Και πρακτικά όμως, η «Νέα Δημοκρατία» είχε συγκυβερνήσει το 1989-1990 και το 2012-2015 με προκάτοχα σχήματα των άλλων δύο (ΠΑ.ΣΟ.Κ. και «Συνασπισμό»). Εξάλλου τον Σεπτέμβριο του 2015, αν οι ΑΝ.ΕΛ. δεν εξασφάλιζαν εντελώς οριακά την είσοδό τους στη Βουλή, είναι αρκετά πιθανό ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και (τότε) «Δημοκρατική Συμπαράταξη» θα αναγκάζονταν να συγκυβερνήσουν. Το πρόβλημα ωστόσο έγκειται στο ότι ιστορικά η συγκυβέρνηση στην Ελλάδα μετά το 1974 αποδεικνύεται εκλογικά επιζήμια έως καταστροφική για τον μικρότερο εταίρο. Ανεξάρτητα από το που οφείλεται το φαινόμενο, πάντως η είσοδος του ΚΙΝ.ΑΛ. ως ελάσσονος εταίρου σε κυβέρνηση είτε Μητσοτάκη είτε Τσίπρα δεν προβλέπεται να το ωφελήσει. 

    Πέρα όμως από το ερώτημα ποιοί μπορούν να συγκυβερνήσουν στο μέλλον, κρίσιμο είναι να απαντηθεί τι θα συνιστούσε «προοδευτική» διακυβέρνηση. Εδώ υπάρχει σκόπιμη σύγχυση, αφού όποιος αποχαρακτηρίζεται «αριστερός» (έστω με προσθήκες, π.χ. κεντροαριστερός) αξιώνει να θεωρηθεί αυτομάτως και προοδευτικός, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να υποστηρίζει αντιδραστικές θέσεις (π.χ. το νεοσταλινικό ΚΚΕ, που ευαγγελίζεται τη μετατροπή της σημερινής Ελλάδας σε μικρογραφία της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, είναι ένα βαθιά αντιδραστικό κόμμα). 

    Το ζητούμενο είναι να ανακτήσουμε τη χαμένη έννοια της προόδου, ώστε να αποκτήσει η χώρα μας την προοπτική να προοδεύσει αληθινά. Πρόοδος θα ήταν η αποδόμηση του πελατειακού συστήματος και η οικοδόμηση ενός σύγχρονου κράτους, το οποίο να υποβοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, αντί να παρακολουθεί απαθές την επιδείνωση της θέσης μας στην παγκόσμια οικονομία (πριν από 30 χρόνια το κατά κεφαλή ΑΕΠ μας ήταν υψηλότερο από όλων των χωρών της Ευρ. Ένωσης, σήμερα είναι χαμηλότερο όλων, εκτός Βουλγαρίας και Ρουμανίας). Πρόοδος θα ήταν η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, που κατατρώει τα σωθικά του Ελληνισμού, με κατάλληλες φορολογικές και κοινωνικοασφαλιστικές πολιτικές, σε συνδυασμό με ενεργητική μεταναστευτική πολιτική σε σχέση με ανθρώπους πολιτισμικά ενσωματώσιμους. Πρόοδος, με άλλα λόγια, θα ήταν μια συνολική αλλαγή πορείας, για την οποία όμως αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να είναι έτοιμη η γηρασμένη και φοβική ελληνική κοινωνία.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020

Οι γελοιογραφίες του Charlie Hebdo // Τα σκίτσα του Μωάμεθ και ο ισλαμοφασισμός.

    

Κώστας Χρυσόγονος 

Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ


    Η σάτιρα έχει εγγενές το στοιχείο της γραφικής υπερβολής και άρα της επιθετικής απεικόνισης προσώπων ή καταστάσεων. Αυτό όμως ποτέ δεν θεωρήθηκε αρκετό για να απαγορευθεί, σε δημοκρατικές τουλάχιστον κοινωνίες, αφού σκοπός της δεν είναι να προκαλέσει το μίσος, αλλά το γέλιο. Συνεπώς δεν μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη ότι «οι καρικατούρες (οι γελοιογραφίες του Charlie Hebdo) αποτελούν προφανώς έκφραση μίσους» και μάλιστα θρησκευτικού. Αντιθέτως, νομίζω ότι πρόκειται για θεμιτή άσκηση πολιτικής κριτικής, υπό σατιρική μορφή, έναντι πολιτικών ιδεών και πρακτικών, οι οποίες συγκροτούν την έννοια του ισλαμοφασισμού.

    Το 2015 δύο φανατικοί ισλαμιστές είχαν εισβάλει στα γραφεία της σατιρικής εφημερίδας Charlie Hebdo στο Παρίσι και δολοφόνησαν δώδεκα ανθρώπους, μεταξύ τους και τον εκδότη της εφημερίδας Stephane Charbonnier, επειδή θεώρησαν ότι ορισμένες γελοιογραφίες της εφημερίδας προσέβαλαν τη θρησκεία τους. Τον Οκτώβριο φέτος ένας Γάλλος εκπαιδευτικός, ο Samuel Paty, δολοφονήθηκε από άλλον φανατικό ισλαμιστή, αφού προηγουμένως είχε επιδείξει τις παραπάνω γελοιογραφίες στους μαθητές του, προσπαθώντας να τους εξηγήσει την ελευθερία της έκφρασης, με αποτέλεσμα κάποιοι/ κάποιες από εκείνους να τον καταγγείλουν στα social media. Πρόκειται για γεγονότα τα οποία προσομοιάζουν χαρακτηριστικά προς τη γενέθλια πράξη του ευρωπαϊκού φασισμού, δηλ. την εισβολή συμμορίας φίλων του Μπενίτο Μουσολίνι στα γραφεία της σοσιαλιστικής εφημερίδας Avanti στο Μιλάνο, τον Απρίλιο του 1919, με απολογισμό τέσσερεις νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. 

    Δεν υπάρχει βέβαια καμία αμφιβολία ότι οι δολοφονίες αυτές είναι αξιόποινες πράξεις. Το ερώτημα όμως είναι το κατά πόσο οι γελοιογραφίες συνιστούσαν έκφραση θρησκευτικού μίσους και η δημοσίευσή τους θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αξιόποινη εκδήλωση ρατσισμού. Την εκδοχή αυτή υποστήριξε πρόσφατα σε άρθρο του δημοσιευμένο στον ημερήσιο τύπο ένας από τους πιο διακεκριμένους Έλληνες δημοσιολόγους, ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Πέτρος Παραράς.

    Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι, όταν δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά αυτές οι γελοιογραφίες το 2006, το γαλλικό Συμβούλιο για τη Μουσουλμανική Θρησκεία είχε ασκήσει αγωγή στα γαλλικά δικαστήρια, η οποία απορρίφθηκε αρμοδίως έναν χρόνο αργότερα. Στην πραγματικότητα άλλωστε οι γελοιογραφίες του Charlie Hebdo δεν σατίριζαν τον προφήτη Μωάμεθ ως ιστορικό πρόσωπο. Είναι μάλιστα ζήτημα ερμηνείας ποιό ακριβώς πρόσωπο απεικόνιζαν, δεδομένου ότι το όνομα «Μωάμεθ» είναι εξαιρετικά κοινό στους μουσουλμάνους. Από την εξέταση των γελοιογραφιών, που είναι ελεύθερα διαθέσιμες στο διαδίκτυο, καθίσταται προφανές ότι αντικείμενο της επιθετικής όντως σάτιρας του Charlie Hebdo ήταν όχι η ισλαμική θρησκεία καθ’ εαυτή, και πολύ περισσότερο ο ιδρυτής της πριν από 1400 χρόνια, αλλά σημερινές εκφάνσεις ισλαμικού ριζοσπαστισμού με σαφή πολιτική διάσταση, εκείνο δηλ. που θα μπορούσε να αποκληθεί ως «ισλαμοφασισμός» και υλοποιείται από οργανώσεις όπως το «Ισλαμικό Κράτος» στη Μέση Ανατολή, η «Μπόκο Χαράμ» στην Αφρική, η «Αλ Κάιντα» κ.ο.κ. 

    Γενικότερα η σάτιρα έχει εγγενές το στοιχείο της γραφικής υπερβολής και άρα της επιθετικής απεικόνισης προσώπων ή καταστάσεων, από την εποχή του Αριστοφάνη έως σήμερα. Χωρίς υπερβολή δεν υπάρχει σάτιρα. Αυτό όμως ποτέ δεν θεωρήθηκε αρκετό για να απαγορευθεί, σε δημοκρατικές τουλάχιστον κοινωνίες, αφού σκοπός της δεν είναι να προκαλέσει το μίσος, αλλά το γέλιο. Συνεπώς δεν μπορώ να συμφωνήσω με το συμπέρασμα του καθηγητή Παραρά ότι «οι παραπάνω καρικατούρες αποτελούν προφανώς έκφραση μίσους» και μάλιστα θρησκευτικού. Αντιθέτως, νομίζω ότι πρόκειται για θεμιτή άσκηση πολιτικής κριτικής, υπό σατιρική μορφή, έναντι πολιτικών ιδεών και πρακτικών, οι οποίες συγκροτούν την έννοια του ισλαμοφασισμού. 

    Εξάλλου το Charlie Hebdo δεν σατιρίζει μόνο τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό, αλλά γενικότερα τη θρησκοληψία, όταν εκείνη εμφανίζεται και ως εκδοχή χριστιανισμού, ιουδαϊσμού κλπ. Εκεί μάλιστα η σάτιρα στρέφεται ξεκάθαρα και σε υπαρκτά πρόσωπα, όπως ο Πάπας, αλλά βέβαια κανένας καθολικός, φανατικός ή μη, δεν πραγματοποίησε δολοφονική επιδρομή στα γραφεία της εφημερίδας. 

    Στον πυρήνα του ισλαμοφασισμού βρίσκεται η επιδίωξη της επιβολής του ισλαμικού ιερού δικαίου (Σαρία) ως βάσης της κρατικής έννομης τάξης. Όπως έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην απόφαση της 13.2.2003, υπόθεση Refah Partisi κ.ά. κατά Τουρκίας, παράγραφος 123, η Σαρία είναι σταθερή και αμετάβλητη, με αποτέλεσμα αρχές όπως ο πολιτικός πλουραλισμός ή η εξέλιξη των πολιτικών ελευθεριών να μην έχουν θέση σ’ αυτή. Το καθεστώς της αποκλίνει καταφανώς από τον σεβασμό προς τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδιαίτερα σε σχέση με το ποινικό δίκαιο (όπου προβλέπει την επιβολή ποινών όπως ακρωτηριασμός για κλοπή, λιθοβολισμός για μοιχεία, μαστίγωση για μέθη κλπ.) και την ποινική δικονομία, τους κανόνες της για τη νομική θέση των γυναικών και την επέμβασή της σε όλους τους τομείς του ιδιωτικού και δημόσιου βίου σύμφωνα με θρησκευτικά κριτήρια. Η ύπαρξη θρησκευτικών μειονοτήτων σε τέτοια κράτη γίνεται απλώς ανεκτή, στη βάση όμως ενός ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος για τα μέλη τους, διαφορετικού και σε μεγάλο βαθμό μειονεκτικού έναντι εκείνου των μουσουλμάνων. Κατ’ επέκταση της λογικής αυτής, εκδήλωση ισλαμοφασισμού συνιστά και η απαίτηση καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης ακόμη και σε κοσμικά κράτη, με την άσκηση ανθρωποκτόνου βίας, όταν οι ίδιοι οι ισλαμοφασίστες κρίνουν ότι προσβάλλονται. 

    Αντί άλλου επιλόγου μπορεί να προστεθεί εδώ ότι το 2012, αφού είχε προηγηθεί βομβιστική επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo (χωρίς θύματα τότε), ο Stephane Charbonnier ρωτήθηκε σε συνέντευξή του σε άλλο μέσο ενημέρωσης αν φοβάται για τη ζωή του. Η απάντησή του ήταν «Δεν φοβάμαι τα αντίποινα. Προτιμώ να πεθάνω όρθιος παρά να ζήσω γονατιστός». Αυτή είναι η προσήκουσα απάντηση στον ισλαμοφασισμό. 


*κείμενό μου δημοσιευμένο στο Syntagma Watch (https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/oi-geloiografies-tou-charlie-hebbo-ta-skitsa-tou-moameth-kai-o-islamofasismos-apopsi-ii/) 

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020

Οι Έλληνες πολίτες αρμόδιοι για την πολιτική καταδίκη της "Χρυσής Αυγής", άρθρο μου στα ΝΕΑ 9.10.2020

 Η ποινική καταδίκη στελεχών της «Χρυσής Αυγής» για τις εγκληματικές

πράξεις τους έρχεται με πολυετή καθυστέρηση, η οποία είναι δυστυχώς

χαρακτηριστική για τους ρυθμούς απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στη χώρα μας.

Θα ακολουθήσει άλλωστε η κατ΄ έφεση δίκη και ενδεχομένως η αναιρετική διαδικασία

στον Άρειο Πάγο, ενώ δεν αποκλείεται μετά από όλα αυτά να ασκηθούν και

προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συνεπώς η

πολύκροτη αυτή υπόθεση θα συνεχίσει να μας απασχολεί για χρόνια.

Όσο για το πολιτικό σκέλος του ζητήματος, η καταδίκη αφορά συγκεκριμένα

πρόσωπα και όχι το πολιτικό κόμμα ως τέτοιο. Διαδικασία απαγόρευσης του

τελευταίου δεν υφίσταται στην ελληνική έννομη τάξη και άρα μπορεί να ξαναδούμε

εκλογικούς συνδυασμούς του νεοναζιστικού μορφώματος στις επόμενες εκλογές.

Εξάλλου η παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων έχει

καταργηθεί το 2019 και επομένως οι καταδικασθέντες μπορούν να εκθέσουν εκ νέου

υποψηφιότητες, ακόμη και αν κρατούνται στις φυλακές. Άλλωστε και χωρίς τη

νομοθετική τροποποίηση του 2019 θα απαιτούνταν αμετάκλητη καταδίκη (δηλ.

απόρριψη των εφέσεων και αναιρέσεων) και τούτο δεν θα προλάβαινε να συμβεί έως

το 2023. Η τυχόν επαναφορά της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων στον Ποινικό

Κώδικα δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος, να έχει

αναδρομική ισχύ και άρα δεν οδηγεί στη μη εκλογιμότητα των καταδικασθέντων.

Συμπερασματικά, η ποινική δικαιοσύνη έκρινε τους Μιχαλολιάκο και σια από

ποινική άποψη και τους καταδίκασε. Για την πολιτική τους καταδίκη όμως μόνο

αρμόδιο είναι το εκλογικό σώμα.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2020

Ο φασισμός είναι εγκληματική ιδεολογία, άρθρο μου στον Φιλελεύθερο (10-11/10/2020)

 

Ο φασισμός, τόσο στο ιταλικό του πρωτότυπο όσο και στη γερμανική του εκδοχή ως ναζισμός, αλλά και στις μετέπειτα επανεμφανίσεις του σε διάφορες χώρες, είναι μια εγκληματική ιδεολογία. Τα φασιστικά κόμματα δεν αντιμετωπίζουν την (ανθρωποκτόνο) βία ως ένα απλό μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευκαιριακά για την επίτευξη πολιτικών στόχων, αλλά την εξιδανικεύουν ως ανώτερη μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία διακρίνει τους ισχυρούς/ευγενείς (και μάλιστα όχι μόνο άτομα, αλλά και λαούς) από τους ασθενείς/εκφυλισμένους. Και περαιτέρω επιδίδονται συστηματικά στη χρήση βίας, όχι μόνον με πολιτικά αλλά και με φυλετικά ή άλλα κριτήρια. Συνεπώς τα κόμματα αυτά έχουν διφυή υπόσταση, ως συλλογικοί πολιτικοί φορείς αλλά και ως μαζικές εγκληματικές οργανώσεις ταυτόχρονα.

Η ιστορική εμπειρία πάντως δείχνει ότι η απήχηση των φασιστικών/ναζιστικών κινημάτων στην κοινωνία δεν είναι ποτέ πλειοψηφική, ώστε να τα οδηγήσει στην εξουσία με καθαρά κοινοβουλευτικά μέσα. Όταν το κράτος αρνείται να υποταχθεί και τα ποινικά δικαστήρια εφαρμόζουν τους νόμους, τότε ο φασισμός καθηλώνεται και η επιρροή του, με την πάροδο του χρόνου μετά το αφετηριακό του γεγονός (π.χ. μια οξεία οικονομική κρίση), εξασθενεί. Στην Ιταλία όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1920 και στη Γερμανία το 1932-33 το κράτος σταδιακά παραδόθηκε στους φασίστες/ναζιστές, καταστρατηγώντας, ανοικτά ή συγκαλυμένα, τους θεσμούς (βλ. αναλυτικότερα, Κ. Χρυσόγονου, Το κράτος ως μορφή οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών, 2η έκδ. 2020, σ. 729 επ., 736 επ.).

Η Ελλάδα της δεκαετίας του 2010 αποδείχθηκε πως ήταν μια κοινωνία τελείως διαφορετική από την Ιταλία της δεκαετίας του 1920 ή τη Γερμανία της δεκαετίας του 1930 και έτσι το νεοναζιστικό μόρφωμα οδεύει προς τη θέση που δικαιωματικά του ανήκει, δηλ. στα απορρίμματα της ιστορίας. Η πολιτική του καταδίκη έχει ήδη απαγγελθεί από το εκλογικό σώμα, το οποίο απέβαλε τη «Χρυσή Αυγή» από τη Βουλή στις εκλογές του 2019. Τώρα, έρχεται, έστω με μεγάλη καθυστέρηση (επτά ολόκληρα χρόνια μετά τη δολοφονία Φύσσα), και η ποινική καταδίκη από την ελληνική δικαιοσύνη. Ας ελπίσουμε ότι όλα αυτά δεν θα τα ζήσουμε ποτέ ξανά.