Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

Άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία της Κυριακής» στις 19/06/2022

Κώστας Χρυσόγονος
Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ - ΚΙΝΑΛ

Εις οιωνός άριστος

Η πρωτοφανής κλιμάκωση της επιθετικής ρητορικής του τουρκικού καθεστώτος κατά της χώρας μας τις τελευταίες εβδομάδες δημιούργησε ανησυχίες στην ελληνική κοινή γνώμη, τις οποίες κάποιοι σχολιαστές προσπαθούν να κατευνάσουν, αποδίδοντας το φαινόμενο στις «επικείμενες» τουρκικές εκλογές και στην πτώση των ποσοστών του κόμματος Ερντογάν στις δημοσκοπήσεις. Στην πραγματικότητα όμως οι εκλογές αυτές, αν τελικά διεξαχθούν, απέχουν ακόμη έναν ολόκληρο χρόνο (18.6.2023) και άρα οι δηλώσεις ή κινήσεις εντυπωσιασμού τώρα είναι αμφίβολο τι επίπτωση μπορεί να έχουν τότε. Άλλωστε το πρόβλημα εντοπίζεται λιγότερο στις προθέσεις και τους υπολογισμούς του ίδιου του Ερντογάν ή των υποτακτικών του και περισσότερο στο ότι η τουρκική κοινή γνώμη εισπράττει θετικά τους λεονταρισμούς τους.

Με άλλες λέξεις, το μακροπρόθεσμο ζήτημα είναι ότι στη μεγάλη πλειοψηφία της τουρκικής κοινωνίας, με την εξαίρεση μόνο της κουρδικής μειονότητας, η ιδέα ενός επιθετικού πολέμου κατά της Ελλάδας είναι δημοφιλής και γι’ αυτό εκείνοι που παίζουν μαζί της αναμένουν να δουν βελτίωση στις εκλογικές τους επιδόσεις. Η Τουρκία δεν έζησε τη φρίκη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και έτσι εκεί δεν υπάρχει η αποστροφή για τη μαζική αιματοχυσία, την οποία συναντά κανείς στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Ακόμη χειρότερα, η πολιτική τάξη, τα ΜΜΕ και το εκπαιδευτικό σύστημα στη γειτονική μας χώρα έχουν συστηματικά διαστρεβλώσει την ιστορική αλήθεια για τα συμβάντα της πολεμικής δεκαετίας 1912-22 και όχι μόνο δεν υφίσταται καμίας μορφής συλλογική μεταμέλεια για τις  γενοκτονίες σε βάρος των χριστιανικών μειονοτήτων στην Ανατολία, αλλά υπάρχει συστηματική υποδαύλιση ιμπεριαλιστικών ψυχώσεων.

Κατά συνέπεια δεν δικαιούμαστε να έχουμε ψευδαισθήσεις για τους γείτονές μας. Οφείλουμε να προετοιμαζόμαστε για να αποκρούσουμε τον τουρκικό επεκτατισμό με κάθε τρόπο και οποτεδήποτε καταστεί τούτο αναγκαίο. Παράλληλα πρέπει να θέτουμε διαρκώς τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά στις δικές τους ευθύνες, υπενθυμίζοντάς τους την υποχρέωση που έχουν αναλάβει με το άρθρο 42 παρ. 7 της ιδρυτικής της Συνθήκης να μας συνδράμουν με όλα τα μέσα σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης της Τουρκίας εναντίον μας. Και όσο πιο ξεκάθαρα διατυπώνεται η απειλή από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, τόσο πιο διεκδικητική πρέπει να γίνεται η δική μας στάση απέναντι π.χ. σε όσους προμηθεύουν τον αυριανό επιτιθέμενο με προηγμένα οπλικά συστήματα έναντι ευτελούς (σε σχέση με το δυνητικό κόστος μιας αυριανής ένοπλης σύγκρουσης) χρηματικού αντιτίμου.

Παράλληλα πρέπει να αναδείξουμε εμφατικά το πόσο αβάσιμες είναι νομικά οι τουρκικές αξιώσεις για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Το άρθρο 13 της Συνθήκης της  Λωζάννης του 1923 επιτρέπει ελληνικό στρατό στα νησιά και απαγορεύει μόνο ναυτικές βάσεις και οχυρά τύπου γραμμής Μαζινό, που είναι βεβαίως ανύπαρκτα. Αντίθετα η Τουρκία καταπατά το άρθρο 14 για την αυτοδιοίκηση της Ίμβρου. Όσο για τα Δωδεκάνησα, η Τουρκία τα παραχώρησε στην Ιταλία άνευ όρων με το άρθρο 15 της ίδιας  Συνθήκης. Δεν ήταν συμβαλλόμενη στη Συνθήκη των Παρισίων 1947, με την οποία η Ιταλία  τα εκχώρησε στην Ελλάδα, και άρα δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από τους όρους της περί αποστρατιωτικοποίησής τους, σύμφωνα και με το άρθρο 36 της Σύμβασης της  Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των συνθηκών.Με άλλες λέξεις, όπως είχε γράψει πριν από περίπου 3.000 χρόνια ο Όμηρος, «εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης».


Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

Συνέντευξή μου που δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής 29.5.2022

1. Στο πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ - Κινήματος Αλλαγής ο Απόστολος Κακλαμάνης επιτέθηκε με δριμύτητα που ενόχλησε τον ΣΥΡΙΖΑ σε όσους ακολούθησαν τη διαδρομή από τη Χαριλάου Τρικούπη στην Κουμουνδούρου. Εσάς τι σας οδήγησε να κάνετε την αντίθετη πολιτική διαδρομή; 

    Δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός και δεν έχω προσωπικές φιλοδοξίες στον χώρο αυτόν. Ως καθηγητής όμως του συνταγματικού δικαίου αισθάνθηκα ότι είχα υποχρέωση να διαμαρτυρηθώ δημόσια για τη δραματική συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα την εποχή των μνημονίων και έτσι έθεσα υποψηφιότητα με τον συνδυασμό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις ευρωεκλογές του 2014, προκειμένου να αναδείξω το θέμα  αυτό από το βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως και έπραξα την επόμενη πενταετία. Στην πορεία ωστόσο διαφώνησα πολιτικά με την ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για σειρά ζητημάτων (π.χ. «διαπραγμάτευση» Βαρουφάκη, δημοψήφισμα του 2015, απόπειρα ελέγχου του τηλεοπτικού τοπίου μέσω του «νόμου Παππά», ευνοιοκρατικοί διορισμοί τύπου Καρανίκα κ.ά.) Έτσι τελικά το 2017 αποχώρησα και έκτοτε έμεινα εκτός κομματικών γραμμών. Μετά την εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ., τον οποίο γνωρίζω και εκτιμώ από τα χρόνια της συνύπαρξής μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαβλέπω ένα παράθυρο ελπίδας, ο πολύπαθος αυτός πολιτικός σχηματισμός να αποτελέσει τον καταλύτη για το νέο ξεκίνημα που χρειάζεται ο τόπος. Αποφάσισα επομένως να βοηθήσω στο μέτρο των δυνάμεών μου, χωρίς να αναζητώ ρόλους και αξιώματα.

2. Γιατί είναι  το ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής δημοκρατική, προοδευτική δύναμη και δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως υποστηρίζουν τα στελέχη του;

    Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θέτει ως κύριο άξονα της πολιτικής του πρότασης την αποδόμηση του πελατειακού κράτους και την αξιοκρατία, όπως διακήρυξε ο Νίκος Ανδρουλάκης στην εναρκτήρια ομιλία του στο συνέδριο. Αντίθετα η ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιδίωξε συστηματικά την άλωση του κράτους με τη δημιουργία του δικού της πελατειακού μηχανισμού το 2015-2019. Αυτό δεν είναι προοδευτική πολιτική.

3. Γιατί πιστεύετε ότι ο κ. Τσίπρας επιδίωξε ρόλο παρατηρητή στις συνόδους των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών αλλά και γιατί οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές απάντησαν θετικά στο αίτημά του; Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας; 

    Στις λίγες περιπτώσεις κατά τις οποίες αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων προέρχονται από τον πολιτικό χώρο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αριστεράς είθισται να καλούνται ως παρατηρητές στις συνόδους των (πολυάριθμων) ομολόγων τους που προέρχονται από τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες. Έτσι π.χ. πριν από τον κ. Τσίπρα προσκαλούσαν και συμμετείχε ο Πρόεδρος της Κύπρου Δημήτρης Χριστόφιας (ΑΚΕΛ). Η λογική του πράγματος είναι ότι πρόκειται για χώρους πολιτικά όμορους, αλλά πάντως διαφορετικούς.

4. Την κυβέρνηση πως τη βλέπετε; Έχει ήδη αντιμετωπίσει μεγάλες κρίσεις (ελληνοτουρκικά, μεταναστευτικό, πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία), άρα μεγάλο δείγμα γραφής. 

    Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε την ατυχία να αντιμετωπίσει μεγάλες αντιξοότητες, με παγκόσμια διάσταση, και σε μεγάλο βαθμό αναλώθηκε σε μια προσπάθεια επείγουσας διαχείρισής τους. Πέρα όμως από τις κρίσεις αυτές, δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να φέρει ουσιαστικές αλλαγές με μακροπρόθεσμη προοπτική στα δύο μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας. Το δημογραφικό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με ένα μικρό φιλοδώρημα στις νέες μητέρες, ενώ οι πελατειακές στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες του κρατικού μηχανισμού μάλλον επιδεινώθηκαν με το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» και τις στρατιές των μετακλητών υπαλλήλων. 

5. Πολλοί προσπαθούν να καταλάβουν αν ο κ. Ανδρουλάκης βρίσκεται πιο κοντά στον Αλέξη Τσίπρα ή στον Κυριάκο Μητσοτάκη για να μαντέψουν και την απόφασή του, αν αντικειμενικά, τεθεί θέμα συγκυβέρνησης, μετά τις εκλογές. Εσείς τι πιστεύετε; 

    Στο συνέδριο ο Νίκος Ανδρουλάκης αποσαφήνισε τη θέση του απέναντι τόσο στην αριστερή (ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) όσο και τη δεξιά (Νέα Δημοκρατία) συντήρηση, διεκδικώντας  ρόλο πρωταγωνιστή και όχι ρυθμιστή. Στους επόμενους μήνες τούτο θα μετουσιωθεί σε ένα ολοκληρωμένο προεκλογικό πρόγραμμα. Προσωπικά δεν θα θεωρούσα πιθανό να βρεθεί μετεκλογικά ένας πολιτικά βιώσιμος μέσος όρος ανάμεσα σ’ ένα τέτοιο προοδευτικό πρόγραμμα και οποιαδήποτε από τις δύο συντηρητικές κατά βάση προσεγγίσεις, της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δηλαδή κομμάτων τα οποία κατά βάθος αποδέχονται το πελατειακό σύστημα και απλώς επιδιώκουν το καθένα να το νέμεται προς ίδιον όφελος. Πιο πιθανό θα έβλεπα το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας και ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αφού υπάρχει και το ιστορικό προηγούμενο της κυβέρνησης Τζαννετάκη.

6. Διανύουμε, δυστυχώς, τον τέταρτο μήνα πολέμου στην Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή και διέξοδος δεν φαίνεται από πουθενά. Έχετε κάποια εκτίμηση για τη διάρκεια αλλά και τις επιπτώσεις στην Ευρώπη αλλά και την Ελλάδα; Έχει σταθεί η Ευρώπη στο ύψος των περιστάσεων;

    Δεν μπορώ να εκτιμήσω τη διάρκεια αυτού του παραλογισμού. Κάποια στιγμή ο Ρώσος δικτάτορας και οι υποτακτικοί του θα αντιληφθούν τον ανεδαφικό χαρακτήρα των επιδιώξεών τους και θα υπαναχωρήσουν, αλλά στο μεταξύ οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία είναι δυσβάστακτες. Επαπειλείται ενεργειακή και διατροφική κρίση με ανυπολόγιστες επιπτώσεις. Ειδικά για την Ελλάδα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους και της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές, τόσο για την ενέργεια όσο και για τη διατροφική επάρκεια. Η κυβέρνηση έχει μάλλον εξαντλήσει τα δημοσιονομικά «πυρομαχικά» που διέθετε η χώρα, με μια υπερμεγέθη δημοσιονομική επέκταση άνω των 40 δις ευρώ στην περίοδο της έξαρσης της πανδημίας και τώρα τα περιθώρια ελιγμών είναι πολύ περιορισμένα. Ας ελπίσουμε ότι θα υπάρξουν αποτελεσματικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την από κοινού διαχείριση της κρίσης.

Κώστας Χρυσόγονος
Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.

Συνέντευξή μου που δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής 29.5.2022

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Ένα νέο ξεκίνημα για τη Χώρα

 

Η μαζική συμμετοχή των πολιτών στις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑ.ΣΟ.Κ/ΚΙΝ.ΑΛ. επιβεβαιώνει τη νέα δυναμική που έχει προσδώσει στο κόμμα η εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του τον Δεκέμβριο του 2021. Το επόμενο στοίχημα είναι τώρα το συνέδριο στις 20-22 Μαΐου, μέσα από το οποίο μπορεί και πρέπει να προκύψει μια ειλικρινής αλλά και πειστική πρόταση εξουσίας, έτοιμη να υποβληθεί στον ελληνικό λαό στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Η χώρα δεν χρειάζεται νέες αυταπάτες, ούτε μεγάλα λόγια και παχυλές υποσχέσεις, αλλά ρεαλισμό συνδυασμένο με τόλμη, προκειμένου να διατυπωθεί ένα κυβερνητικό πρόγραμμα βαθιάς αλλαγής στις απαρχαιωμένες και δυσλειτουργικές δομές του ελληνικού κράτους. Χρειαζόμαστε έναν σαφή οδικό χάρτη για την αποδόμηση του πελατειακού συστήματος και τον εκσυγχρονισμό της πολιτείας και της κοινωνίας μας.

Πρόοδο για τον τόπο θα αποτελέσει η απλοποίηση και κωδικοποίηση της ισχύουσας χαοτικής νομοθεσίας, η δραστική επιτάχυνση των ρυθμών απονομής της δικαιοσύνης και προπάντων η βελτίωση της αποδοτικότητας της δημόσιας διοίκησης, με την εγκαθίδρυση ουσιαστικής αξιοκρατίας σ’ αυτή και την εγκατάλειψη των λογικών του τύπου «τα δικά μας παιδιά». Πρόοδο θα αποτελέσει η αναδιανομή πλούτου από τους έχοντες προς τους μη έχοντες, οι οποίοι δοκιμάζονται σκληρά από την ανεργία, τον πληθωρισμό, τις ανεπάρκειες των κοινωνικών και άλλων κρατικών δομών και τη γενικότερη επιδείνωση των κοινωνικών ανισοτήτων στα χρόνια της κρίσης. Προϋπόθεση όμως για τούτο είναι να υπάρχει παραγωγή πλούτου και κάτι τέτοιο θα καταστεί εφικτό μόνο εφόσον η χώρα αποκτήσει ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο και αναβαθμίσει τη θέση της μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, ενισχύοντας την υγιή και νόμιμη επιχειρηματικότητα και καταπολεμώντας το αδηφάγο τέρας της γραφειοκρατίας και της ρουσφετολογίας. Χρειαζόμαστε σαφείς και απλούς κανόνες για όλους, που θα γίνονται σεβαστοί ή αλλιώς η παραβίασή τους θα συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεων με πραγματικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα.

Δεν βλέπω τον εαυτό μου ως επαγγελματία πολιτικό, αλλά ως πανεπιστημιακό καθηγητή και μαχόμενο δικηγόρο. Με ενδιαφέρει όμως και με αφορά το μέλλον αυτού του τόπου και γι’ αυτό είμαι έτοιμος να βοηθήσω, στο μέτρο των δυνάμεών μου, τη νέα προσπάθεια του ΠΑ.ΣΟ.Κ./ΚΙΝ.ΑΛ. υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον οποίο γνωρίζω και εμπιστεύομαι από τα χρόνια της κοινής μας θητείας στην Ευρωβουλή. Η συμμετοχή μου στις εσωκομματικές εκλογές της 8ης Μαΐου 2022 και η συνακόλουθη εγγραφή μου ως απλού μέλους του κόμματος συνιστά μια έμπρακτη απόδειξη. Το κύριο ζητούμενο εξάλλου δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά οι πολιτικές προτάσεις που θα πείσουν τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων να επιστρέψουν στην alma mater, ώστε να δρομολογηθεί ένα νέο ξεκίνημα για τη χώρα μας.

Κώστας Χρυσόγονος

Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.


                     Άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ του Σαββάτου 14.5.2022

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

Η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ και η αρμοδιότητα των ΟΠΠΙ

 


Το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος καθιερώνει την πλήρη αυτοδιοίκηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Πυρήνα της αυτοδιοίκησης συνιστά το να διαχειρίζονται τα Α.Ε.Ι. τις υποθέσεις τους με δικά τους (το καθένα) όργανα.

Στην προκειμένη περίπτωση ωστόσο, το άρθρο 18 του ν. 4777/2021 σαφώς ορίζει ότι το προσωπικό των Ο.Π.Π.Ι. υπάγεται στην ΕΛ.ΑΣ. και η μισθοδοσία του βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Δεν πρόκειται συνεπώς για πανεπιστημιακή αστυνομία, υπαγόμενη στις εντολές των πρυτανικών αρχών (όπως π.χ. η δημοτική αστυνομία υπάγεται στους Ο.Τ.Α.), αλλά για μια υπηρεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, όπως όλη η υπόλοιπη ΕΛ.ΑΣ. Η αρμοδιότητα των Ο.Π.Π.Ι. συνίσταται στην πρόληψη της τέλεσης και την αντιμετώπιση κάθε αξιόποινης πράξης μέσα στους χώρους των Α.Ε.Ι. Ουδεμία πρόσκληση ή άδεια των πρυτανικών αρχών ή άλλων πανεπιστημιακών αρχών απαιτείται κατά τον νόμο για την άσκηση των παραπάνω αρμοδιοτήτων.

Κατά μία άποψη, η αυτοδιοίκηση των Α.Ε.Ι. δεν περιλαμβάνει την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων στους πανεπιστημιακούς χώρους, επειδή η δημόσια τάξη και ασφάλεια ανάγεται στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας και επειδή όλοι οι δημόσιοι χώροι είναι ίδιοι ως προς τούτο. Γίνεται μάλιστα επίκληση της υπ’ αριθ. 16/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έκρινε συνταγματικά ανεκτή την κατάργηση τότε της Δημοτικής Αστυνομίας, με το σκεπτικό ότι «είναι δυνατή η ανάθεση ορισμένων από τις αρμοδιότητες της ΕΛ.ΑΣ. … σε άλλα όργανα της Δημόσιας Διοικήσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α. … πλην όμως και στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή … η επαναφορά των αρμοδιοτήτων αυτών στα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. με νεότερη νομοθετική ρύθμιση».

Η προφανής διαφορά όμως μεταξύ Α.Ε.Ι. και Ο.Τ.Α., ως προς το ζήτημα των αρμοδιοτήτων δημόσιας τάξης και ασφάλειας, είναι ότι τα μεν, αθροιζόμενα, εκτείνονται σε πολύ μικρό μέρος της επικράτειας, ενώ οι δε, αθροιζόμενοι, στο σύνολο αυτής. Άρα η «αυτοδιοίκηση» των Ο.Τ.Α. δεν μπορεί λογικά να συμπεριλάβει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, παρά μόνο μερικά (π.χ. αρμοδιότητα βεβαίωσης παράνομης στάθμευσης οχημάτων και επιβολής προστίμων) και πάντως δυνητικά για τον νομοθέτη, αφού διαφορετικά θα πλήττονταν ο πυρήνας της κεντρικής κρατικής εξουσίας. Αντίθετα, η «αυτοδιοίκηση» των Α.Ε.Ι. μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπεριλαμβάνει και την αρμοδιότητα αυτή. Σε κάθε περίπτωση εξάλλου, ο ίδιος ο ν. 4777/2021 (άρθρο 18 παρ. 2) προβλέπει ότι το προσωπικό των Ο.Π.Π.Ι. «διατίθεται σε Α.Ε.Ι. με κριτήριο την ύπαρξη και την έκταση των αναγκών που διαπιστώνονται». Ενόψει του σκοπού του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος, δηλ. της διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας αλώβητης έναντι παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας, αλλά και του βεβαρημένου ιστορικού παρελθόντος της χώρας μας («Σπουδαστικό» τμήμα της Ασφάλειας στα προδικτατορικά χρόνια κλπ.) θα ήταν επιβεβλημένη τουλάχιστον μια σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου, υπό την έννοια ότι η «διάθεση» οφείλει να γίνεται με την έννοια της ανάθεσης της διοίκησης των Ο.Π.Π.Ι. στις αντίστοιχες πρυτανικές αρχές.

Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.


           Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 11.3.2022

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Η συμπεριφορά του καθεστώτος Πούτιν δεν έχει καμία δικαιολογία

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σηματοδοτεί την έναρξη της μεγαλύτερης διακρατικής σύρραξης στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Μια χώρα με έκταση μεγαλύτερη από τη Γαλλία και πληθυσμό άνω των 40 εκατομμυρίων κατοίκων υφίσταται επίθεση μεγάλης κλίμακας από μια πυρηνική υπερδύναμη, με ανυπολόγιστες περαιτέρω συνέπειες για την παγκόσμια ειρήνη. Οκτώ και πλέον δεκαετίες μετά το 1939, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται το ίδιο εφιαλτικό σενάριο: Ένας παρανοϊκός δικτάτορας επιχειρεί με τη βία να επιβάλλει τη θέλησή του σε άλλα έθνη, αδιαφορώντας για το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.

Η αρχή του κακού είχε γίνει βέβαια το 2014, με την αρπαγή της Κριμαίας και την υποκίνηση της απόσχισης των επαρχιών Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ από την Ουκρανία. Τότε όμως υπήρχαν κάποια εθνοτικά ερείσματα, αφού η πλειοψηφία του πληθυσμού στις περιοχές αυτές αποτελείται από Ρωσόφωνους, οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν τους δεσμούς τους με τη Μόσχα, μετά την πολιτική αλλαγή που είχε προηγηθεί στην ουκρανική κυβέρνηση. Τώρα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, αφού ο προφανής στόχος του Ρώσου δικτάτορα είναι να μετατρέψει ολόκληρη την Ουκρανία σε προτεκτοράτο σε πλήρη αντίθεση με την εκφρασμένη θέληση των πολιτών της και με μοναδικό του στήριγμα τη δύναμη των όπλων του.

Η συμπεριφορά του καθεστώτος Πούτιν δεν έχει καμία δικαιολογία, είτε από νομική είτε από πραγματική άποψη. Πρόκειται για έναν απροσχημάτιστο ιμπεριαλισμό, ο οποίος, αν γίνει ανεκτός από τη διεθνή κοινότητα, θα επαναφέρει σε πλήρη ισχύ τον νόμο της ζούγκλας στις διεθνείς σχέσεις. Κάθε χώρα θα είναι εκτεθειμένη στις επεκτατικές βλέψεις του τυχόν μεγαλύτερου γείτονά της ή πάντως στις απαιτήσεις του για υποταγή σε πολιτικό, οικονομικό κλπ. επίπεδο. Τούτο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για την Ελλάδα, που συνορεύει με μια Τουρκία με επταπλάσιο πληθυσμό και πενταπλάσια οικονομία (άρα και δυνατότητα χρηματοδότησης εξοπλισμών) από εμάς.

Επιβάλλεται συνεπώς να υπάρξει ισχυρή αντίδραση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών και, ει δυνατόν, του ΟΗΕ, με τη μορφή κυρίως της επιβολής κυρώσεων σχεδιασμένων έτσι ώστε να απομονωθεί η Ρωσία και να προκληθεί δυσβάσταχτο κόστος στην οικονομία της. Κόστος θα υπάρξει αναμφίβολα και για τις χώρες που θα επιβάλλουν τις κυρώσεις αυτές, αφού η παύση των εισαγωγών καυσίμων και άλλων πρώτων υλών από τη Ρωσία μπορεί να οδηγήσει υψηλότερα τις τιμές τους και να πυροδοτήσει χειρότερη έκρηξη πληθωρισμού γενικά. Ωστόσο το κακό αυτό θα είναι μικρό σε σχέση με όσα, αδιανόητα ως σήμερα, ενδέχεται να επακολουθήσουν αν η εγκληματική ρωσική  ολιγαρχία αφεθεί να υλοποιήσει τα εφιαλτικά σχέδιά της και δώσει έτσι το παράδειγμα και σε άλλους, π.χ. στον Τούρκο επίδοξο νεοσουλτάνο.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με μακρόχρονους δεσμούς με τη Ρωσία. Εδώ όμως το ζήτημα δεν είναι πια το παρελθόν, αλλά το μέλλον. Αν ο βιασμός της Ουκρανίας μείνει ατιμώρητος σήμερα, τότε αύριο ο κάθε επίδοξος βιαστής θα αποθρασυνθεί και θα επαναλάβει τα ίδια και χειρότερα στη δική του γειτονιά.

Κώστας Χρυσόγονος, καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ 

Άρθρο μου δημοσιευμένο στις 25.02.2022 στην ιστοσελίδα topontiki.gr 


Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Οικοδομώντας ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος

    Η Ελλάδα ταλαιπωρήθηκε στα προηγούμενα χρόνια από μια πρωτοφανή σε καιρό ειρήνης οικονομική κρίση, με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) σε τρέχουσες τιμές να μειώνεται σχεδόν κατά το ένα τρίτο μέσα σε μια δωδεκαετία (από 237 δις ευρώ το 2009 στα 165 δις το 2020). Το δημόσιο χρέος, αν και παρέμεινε σε γενικές γραμμές στα ίδια επίπεδα σε απόλυτους αριθμούς μετά την αναδιάρθρωσή του (συντεταγμένη χρεωκοπία) το 2012, έχει εκτοξευθεί σε ύψος άνω του 200% του ΑΕΠ λόγω της προαναφερόμενης πτώσης του τελευταίου. Ως να μην έφθαναν αυτά, η χώρα αντιμετωπίζει ένα από τα χειρότερα προβλήματα υπογεννητικότητας παγκοσμίως, με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για έναν πληθυσμό της τάξης των μόλις 7,5 εκατομμυρίων στο όχι και τόσο μακρινό έτος 2060. Προκύπτει συνεπώς ένα εφιαλτικό σκηνικό, όπου η υπερχρέωση του κράτους, σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση και την πληθυσμιακή συρρίκνωση, θα οδηγήσει με βεβαιότητα κάποια στιγμή στην κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος και πιθανόν σε νέα και χειρότερη χρεοκοπία. Η πραγματική κατάστασή μας γίνεται σε κάποιον βαθμό αντιληπτή από την κοινωνία, όπου κυριαρχούν συναισθήματα απογοήτευσης και φόβου για το μέλλον. Το ζητούμενο ωστόσο είναι η κοινωνία αυτή να αντιδράσει, αλλάζοντας νοοτροπίες και συμπεριφορές και διεκδικώντας κάτι καλύτερο για το αύριο αυτού του τόπου. Το καλύτερο είναι μάλλον ουτοπικό όμως να το περιμένουμε για όσο διάστημα εξακολουθούν να κυριαρχούν δύο πολιτικές δυνάμεις βαθιά συντηρητικές επί της ουσίας, δηλ. αφενός η «Νέα Δημοκρατία» και αφετέρου ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το ότι κανένα από τα δύο κόμματα δεν διαθέτει μια δυναμική πραγματικής ανανέωσης αποδείχθηκε δυστυχώς κατά την τετραετία 2015-2019 για τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση και αποδεικνύεται καθημερινά για την τωρινή κυβέρνηση έκτοτε. Εξάλλου, σε αντίθεση προς ό,τι συνέβη σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία), σ’ εμάς νέα πολιτικά σχήματα δεν μπόρεσαν να μακροημερεύσουν και να μεγαλώσουν σε βαθμό επαρκή ώστε να διεκδικήσουν ή και να κατακτήσουν την εξουσία. Άρα η αλλαγή σελίδας που χρειάζεται η Ελλάδα προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει μακροπρόθεσμα εδώ ο ελληνισμός (αφού αυτό είναι, χωρίς καμία υπερβολή, το μακροπρόθεσμο ιστορικό στοίχημα), θα πρέπει να προέλθει μέσα από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Μια πολιτική δύναμη πέρα από τα δύο σημερινά μεγάλα κόμματα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να προτείνει και, εφόσον το εγκρίνει ο ελληνικός λαός, να εφαρμόσει νέες προοδευτικές πολιτικές, αποδομώντας το πελατειακό σύστημα και οικοδομώντας ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος που θα δρομολογήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και θα ανακόψει τον δημογραφικό κατήφορο. Μετά την ανάληψη της ηγεσίας του από ένα νέο και άφθαρτο πρόσωπο, όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης, το ΚΙΝΑΛ δημιουργεί την ελπίδα πως θα μπορέσει ν’ αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Άλλωστε η μεταβολή φαίνεται από τις πρώτες κιόλας μέρες να συνοδεύεται από μία νέα προσέγγιση των προβλημάτων του τόπου, στη βάση ρεαλιστικών εκτιμήσεων και κοστολογημένων προτάσεων. Ένας παραπέρα λόγος αισιοδοξίας είναι ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος, έχοντας μείνει εκτός του νυμφώνος της εξουσίας μετά το 2011 (αυτοδύναμος), ή έστω το 2015, είχε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του από τους άλλους δύο (ΝΔ – ΣΥ.ΡΙΖ.Α) για αναστοχασμό και ανασυγκρότηση. Τα υπόλοιπα θα φανούν όταν έρθει η ώρα των εκλογών.

Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 22.1.2022

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

Καινούργια Ελπίδα

Η εκλογή με μεγάλη πλειοψηφία ενός νέου και πολιτικά άφθαρτου προσώπου όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης στην ηγεσία του τρίτου σε εκλογική δύναμη κόμματος δρομολογεί μια καινούρια ελπίδα για τη χώρα. Οι πρώτες μετεκλογικές δημοσκοπήσεις αφήνουν να εννοηθεί ότι η κοινωνία  αρχίζει να ξανασκέφτεται τις βασικές πολιτικές της επιλογές, σε αντίθεση προς  τα προηγούμενα δυόμισυ χρόνια, όπου το πολιτικό σκηνικό φαινόταν να είναι παγιωμένο. 

Η έλλειψη εξάλλου θεαματικών μεταβολών στα δημοσκοπικά ευρήματα από το φθινόπωρο του 2019 έως πρόσφατα δεν υποδήλωνε  ότι είναι αδύνατο να προκύψουν εξελίξεις στις πολιτικές ισορροπίες. Το ισχυρό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας σχετίζεται με περισσότερο με την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πείσει ότι θα μπορούσε, εάν  επανερχόταν στην εξουσία, να κάνει κάτι καλύτερο από όσα έκανε στην προηγούμενη κυβερνητική του θητεία και λιγότερο με την ικανοποίηση των ψηφοφόρων από τη  σημερινή κυβέρνηση. Η τελευταία έχει εστιάσει  στην αντιμετώπιση των, μεγάλων βέβαια, προβλημάτων που έχει προκαλέσει η πανδημία και έχει προχωρήσει ελάχιστα έως καθόλου στην αντιμετώπιση των δομικών αδυναμιών  του κράτους και της χώρας. Η πολυνομία και η ασάφεια του νομοθετικού καθεστώτος παραμένει, η γραφειοκρατία δεν έχει περιορισθεί δραστικά, οι ρυθμοί απονομής της δικαιοσύνης δεν έχουν επιταχυνθεί και το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να διογκώνεται σταθερά.  Ακόμη και σε συμβολικό επίπεδο, τα περιβόητα έργα στο Ελληνικό κατ΄ ουσία δεν έχουν αρχίσει όχι σε 100 ημέρες αλλά ούτε σε 2,5 χρόνια, το μετρό στη Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να αγνοείται και γενικότερα δεν υπάρχει καμία θεαματική  εξέλιξη ικανή να δημιουργήσει  αισιοδοξία για το μέλλον του τόπου. Αργά ή γρήγορα όλα αυτά δεν μπορούν παρά να μεταφρασθούν σε πολιτική φθορά για τη Νέα Δημοκρατία.    

Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την έλλειψη ουσιαστικής αυτοκριτικής για τα κυβερνητικά πεπραγμένα της περιόδου 2015-19 και νέων ιδεών για το μέλλον, είναι φανερή η αναντιστοιχία μεταξύ της οργανωμένης βάσης του κόμματος και της εκλογικής του επιρροής. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παραμείνει πεισματικά προσκολλημένος σε μια οργάνωση λίγων χιλιάδων μελών, σχεδόν την ίδια από τότε που αγωνιζόταν να υπερβεί το όριο του 3% . Οι προκείμενες σ΄ αυτόν συνδικαλιστικές και αυτοδιοικητικές  παρατάξεις καταγράφουν ως επί το πλείστον μονοψήφια εκλογικά ποσοστά, ενώ οι εσωκομματικές του διαδικασίες  δεν ενδιαφέρουν κανέναν εκτός από τα στελέχη του. Το χειρότερο  είναι ότι ο νέος σε ηλικία πρόεδρός του μοιάζει ολοένα και πιο παλιός  από πολιτική άποψη, περιβάλλεται από αυλοκόλακες   και ανέχεται προσπάθειες υπονόμευσης εκ των έσω εναντίον όσων πρώην υπουργών διαθέτουν ένα έστω ελαφρώς διακριτό πολιτικό στίγμα. Με άλλες λέξεις η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση όχι μόνο δεν δείχνει να μπορεί να πραγματοποιήσει άνοιγμα προς την κοινωνία, αλλά περιπίπτει σε μια ολοένα χειρότερη εσωστρέφεια.

Ακριβώς ένα άνοιγμα προς την κοινωνία και ιδίως προς τη νεολαία χρειάζεται να επιχειρήσει ο χώρος της κεντροαριστεράς αν θέλει να ξαναγίνει κόμμα εξουσίας. Αυτό βέβαια προϋποθέτει όχι μόνο ένα νέο πρόσωπο στην ηγεσία του, αλλά και ένα νέο κυβερνητικό πρόγραμμα, αρθρωμένο γύρω από τις πραγματικές ανάγκες αυτού του τόπου, με έμφαση στην αποδόμηση του πελατειακού συστήματος και την οικοδόμηση ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους, σε όφελος των πολλών μη – προνομιούχων και όχι της οικονομικής και επικοινωνιακής ολιγαρχίας. Το κατά πόσο θα το κατορθώσει μένει να φανεί σε έναν ορίζοντα μηνών, ως τις επόμενες εκλογές, η ετών, ως τις μεθεπόμενες.      

 Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 20.12.2021

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Ένα νέο ξεκίνημα


Η επικείμενη εκλογή νέου αρχηγού του ΚΙΝ.ΑΛ. μπορεί να σηματοδοτήσει την αλλαγή σελίδας για τον πολιτικό χώρο της κεντροαριστεράς που εξακολουθεί να βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση, δώδεκα χρόνια μετά την  εκλογική νίκη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 2009. Μέσα στη δωδεκαετία αυτή σημειώθηκαν σεισμικές αλλαγές στο πολιτικό τοπίο  της χώρας, με κυριότερη τη μετακίνηση του κύριου όγκου των ψηφοφόρων του κεντροαριστερού χώρου στον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το ζητούμενο  για το ΚΙ.ΝΑΛ. είναι να ανακτήσει την κρίσιμη τούτη μάζα ψηφοφόρων, ώστε να  ξαναγίνει κόμμα εξουσίας και να αμφισβητήσει τη φαινομενική παντοδυναμία της «Νέας Δημοκρατίας».

  Ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ασφαλώς δύσκολο και θα χρειαστεί χρόνο, δεν είναι όμως ακατόρθωτο. Υπάρχει άλλωστε το ιστορικό προηγούμενο του 1958- 1961, όταν η τότε ΕΔΑ είχε αναδειχθεί σε αξιωματική αντιπολίτευση,  αλλά στη συνέχεια συρρικνώθηκε και πάλι, μετά τη συγκρότηση της Ένωσης Κέντρου . Και πέρα όμως από την ιστορία, γεγονός είναι ότι ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. δεν εχει  διευρύνει την  περιορισμένη βάση των κομματικών μελών του και  η επιρροή των προσκείμενων σ΄ αυτόν παρατάξεων στον συνδικαλισμό και την τοπική/περιφερειακή αυτοδιοίκηση παραμένει σαφώς μικρότερη από ό,τι των αντίστοιχων του ΚΙΝ.ΑΛ. Άρα η κοινωνική του αγκύρωση είναι πιο αβέβαιη από όσο δείχνουν τα αποτελέσματα της επταετίας 2012-2019 σε επίπεδο βουλευτικών εκλογών και ευρωεκλογών. 

Το ΚΙΝ.ΑΛ. δεν μπορεί να επανασυνδεθεί με τον κόσμο του, δηλ. κατά βάση με τους μη – προνομιούχους της ελληνικής κοινωνίας, αναδιφώντας το παρελθόν. Πρέπει να πείσει τους ψηφοφόρους ότι διαθέτει πρόγραμμα για το μέλλον,  πιο φιλολαϊκό από εκείνο της «Νέας Δημοκρατίας» και πιο ρεαλιστικό από αυτό του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το ΚΙΝ.ΑΛ. χρειάζεται να υποβάλει στο εκλογικό σώμα μια πρόταση εξουσίας που θα συνδυάζει την αναπτυξιακή οικονομική δυναμική, η οποία αποδεδειγμένα λείπει από τον πολιτικό λόγο αλλά και την κυβερνητική πρακτική του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ, με την κοινωνική δικαιοσύνη/αναδιανομή υπέρ των ασθενέστερων, που βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό έξω από την οπτική της «Νέας Δημοκρατίας». Και πέρα από  αυτό, για να δείξει ότι μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα προς το καλύτερο, πρέπει να αλλάξει και το ίδιο, κατακτωντας ένα ανωτερο επίπεδο δημοκρατικής λειτουργίας στο εσωτερικό του, σε αντιδιαστολή τόσο προς τον αρρωστημένο ηγεμονισμό του Αλέξη Τσίπρα , όσο και προς την κληρονομική φεουδαρχία των βαρώνων της «Νέας Δημοκρατίας». 

Οι  ηγετικές προσωπικότητες παίζουν πάντα ρόλο, συμβολικό και όχι μόνο. Η Φώφη Γεννηματά κατόρθωσε να ανακόψει την πορεία προς την άβυσσο, επιδεικνύοντας στις κρίσιμες στιγμές κοινή λογική και πολιτική ενσυναίσθηση. Αυτός όμως που βάζει φρένο στην πτώση δεν ταυτίζεται κατ΄ ανάγκη με εκείνον που θα εξασφαλίσει την αναγκαία ώθηση για την άνοδο. Για να δρομολογηθεί η τελευταία χρειάζεται στροφή προς τη νέα γενιά, η οποία εδώ και καιρό έχει γυρίσει την πλάτη της στην κεντροαριστερά. Χρειάζεται ένα πρόσωπο νέο και άφθαρτο, για ένα νέο ξεκίνημα. Από τις γνωστές υποψηφιότητες για την ηγεσία του ΚΙΝ.ΑΛ. τα χαρακτηριστικά αυτά φαίνεται να τα συγκεντρώνει περισσότερο εκείνη του Νίκου Ανδρουλάκη. 

Πέρα από τα πρόσωπα βέβαια καθοριστικής σημασίας είναι και η διαδικασία. Η συμμετοχή περισσότερων από 200.000 ψηφοφόρων στην προηγούμενη εσωκομματική εκλογή του  2017 και η ομαλή διεξαγωγή της θέτουν υψηλά τον πήχη και για το 2021, εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού. Η υπέρβασή του θα αποτελούσε ασφαλώς αίσιο οιωνό για το μέλλον του  χώρου, ο οποίος μακροπρόθεσμα μπορεί να αναδειχθεί πιο ισχυρός αντίπαλος της «Νέας Δημοκρατίας» από ό,τι ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., επειδή μπορεί να απευθυνθεί και σε έναν μεσαίο χώρο ψηφοφόρων πολιτικά απρόσιτο για τον τελευταίο.     

     Κώστας Χρυσόγονος, Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 13.9.2021