Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί.


Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 27/4/2014.

Το άρθρο 345 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι: «Οι Συνθήκες δεν προδικάζουν με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη». Η εν λόγω διάταξη, η οποία επαναλαμβάνεται στερεότυπα από την αρχική Συνθήκη ΕΟΚ της Ρώμης το 1957, συνεπάγεται ότι καμιά διάταξη του πρώην κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επίκλησης με σκοπό την εναντίωση στους κανόνες των εθνικών δικαίων που καθορίζουν κάθε φορά το «καθεστώς της ιδιοκτησίας». Συνεπώς στα κράτη-μέλη ανήκει η αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζουν αν τα μέσα παραγωγής αγαθών ή υπηρεσιών θα ανήκουν στον τομέα της δημόσιας ή της ιδιωτικής οικονομίας και αντίστοιχα δεσμεύεται η Ένωση σε μια αυστηρή ουδετερότητα όταν τέτοιες αποφάσεις λαμβάνονται από κράτος-μέλος. Με άλλες λέξεις, δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ούτε οποιουδήποτε άλλου ενωσιακού οργάνου, να ζητά και πολύ περισσότερο να επιβάλει στα κράτη-μέλη ιδιωτικοποιήσεις (ή εθνικοποιήσεις).
Παρά ταύτα η τρόικα στο τελευταίο επεισόδιο του πολυδράματος της δοσομανούς χώρας μας απαίτησε από τη μνημονιακή συγκυβέρνηση ως ένα από τα προαπαιτούμενα για την εκταμίευση της δόσης των 8,3 δις (6,3 δις υποδόσης Μαΐου, 1 δις υποδόσης Ιουνίου και 1 ακόμη δις υποδόσης Ιουλίου) και την έναρξη  ιδιωτικοποίησης του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της υλοποίησης των στόχων για έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις που περιέχουν οι σχετικές με τη χώρα μας («διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος») αποφάσεις του Συμβουλίου της Ε.Ε. και κατ’ επέκταση το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Έτσι, σε ευπειθή συμμόρφωση προς τις επιταγές των δανειστών, το ΤΑΙΠΕΔ δημοσίευσε αιφνιδιαστικά τη Μεγάλη Δευτέρα 14 Απριλίου 2014 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών του δεύτερου μεγαλύτερου λιμένα της χώρας.
 Σύμφωνα με την πρόσκληση, παρέχεται στον μελλοντικό επενδυτή το δικαίωμα λειτουργίας και εκμετάλλευσης του λιμένα Θεσσαλονίκης μέχρι το μακρινό 2051, παρακάμπτοντας τις αντιδράσεις της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων βουλευτών, σύσσωμης της τοπικής κοινωνίας και των αρχών, παραγωγικών και οικονομικών φορέων. Και τούτο παρότι ο Ο.Λ.Θ. (όπως όμως και άλλα εκποιούμενα στοιχεία του ελληνικού Δημοσίου) είναι ένας κερδοφόρος οργανισμός με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης στην Ελλάδας και τα Βαλκάνια, ο οποίος τα τελευταία έχει χρόνια έχει πραγματοποιήσει επενδύσεις εκατομμυρίων σε αναπτυξιακά έργα και εκσυγχρονισμό των τεχνικών υποδομών.
Είναι προφανές ότι η σπουδή της τριαρχίας των δανειστών να επιβάλουν παράνομα την εκποίηση σήμερα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης και αύριο άλλων υποδομών της χώρας σε ξένα αρπακτικά «επενδυτικά» σχήματα σχετίζεται με τον λεγόμενο «πολιτικό κίνδυνο». Για τους επίδοξους άρπαγες της δημόσιας περιουσίας «κίνδυνο» συνιστά η ενδεχόμενη κατάρρευση των κομμάτων της μνημονιακής συγκυβέρνησης στις επερχόμενες ευρωεκλογές και η δρομολόγηση μετά ταύτα πολιτικών εξελίξεων. Για τον ελληνικό λαό αυτό ακριβώς συνιστά όμως ελπίδα και ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί.

Η αναίρεση της ελευθερίας.


Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 27/4/2014.

Την περασμένη Δευτέρα συμπληρώθηκαν 47 χρόνια από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Η θλιβερή εκείνη επέτειος φαίνεται σήμερα μακρινή υπόθεση, αφού μετά τη μεταπολίτευση του 1974 ο συνυπεύθυνος για την εκτροπή βασιλιάς και η δυναστεία του έγιναν παρελθόν, όπως και οι επεμβάσεις του στρατού στην πολιτική. Ωστόσο η απόσταση που χωρίζει τον σημερινό δημόσιο βίο στην Ελλάδα από εκείνον της προδικτατορικής περιόδου ίσως να είναι μικρότερη από όση διακρίνεται με την πρώτη ματιά.
Ούτε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ούτε και κανένα άλλο πραξικόπημα στην ιστορία δεν προέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία. Προηγείται πάντα μια προλείανση του εδάφους από πολιτική και ιδεολογική άποψη και η ισοπέδωση των αναστολών και επιφυλάξεων, οι οποίες υπάρχουν υπό ομαλές συνθήκες στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους και τους αποτρέπουν από την κατάληψη της εξουσίας με τη βία ή την απειλή βίας. Εξάλλου οι εκτροπές από τον κοινοβουλευτισμό δεν αποτελούν μονοπώλιο των στρατιωτικών, αφού συχνά προέρχονται από κυβερνήσεις περιβεβλημένες με ψήφο εμπιστοσύνης της βουλής (όπως η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936), ενώ ενίοτε δεν παίρνουν τη μορφή μιας απροσχημάτιστης κατάλυσης του Συντάγματος, αλλά μιας συγκαλυμμένης καταστρατήγησής του.
Προοίμιο και προϋπόθεση κάθε εκτροπής αποτελεί η διάδοση σε επαρκή κλίμακα, στα πλαίσια της κυρίαρχης ιδεολογίας, της αντίληψης ότι υπέρτατη αξία δεν είναι ο σεβασμός στη συνταγματική νομιμότητα, αλλά η αποτροπή κάποιων (ως επί το πλείστον φανταστικών) κινδύνων που απειλούν τον κοινωνικό σχηματισμό. Το ρωμαϊκό αξίωμα salus populi suprema lex είναι η μόνιμη επωδός όλων των πραξικοπηματιών, αρχαίων και νεότερων(«υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος» κατά την παράφραση του αλήστου μνήμης Κόλλια στο «διάγγελμα» της 22.4.1967).
Κοινό στοιχείο μεταξύ της εποχής του μετεμφυλιακού «παρασυντάγματος» των εκτοπίσεων, πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων και λοιπών «εκτάκτων μέτρων», το 1952 – 1967, και της εποχής των μνημονίων μετά το 2010, είναι η συστηματική και συνεχής παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων ατόμων και συλλογικοτήτων. Τότε βέβαια στοχοποιούνταν από τις κυβερνήσεις και τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες κυρίως τα ατομικά δικαιώματα, κατ’ επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου, ενώ τώρα στοχοποιούνται πρώτιστα τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα των εργαζομένων (και ανέργων, συνταξιούχων κλπ.), με επίκληση του κινδύνου της «άτακτης» χρεοκοπίας. Όμως, όπως δίδαξε ο Αριστόβουλος Μάνεσης, «η ελευθερία είναι ενιαία και αδιαίρετη, άσχετα αν εμφανίζεται ειδικότερα σαν ελευθερία-αυτονομία ή σαν ελευθερία-συμμετοχή στον πολιτικό και κοινωνικό βίο» (Ατομικές ελευθερίες, 1982, σ. 25). Αντίστοιχα και η αναίρεση της ελευθερίας κινδυνεύει, με αφετηρία τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα, να καταστεί συνολική.   
Οι επερχόμενες ευρωεκλογές δίνουν στον ελληνικό λαό την ευκαιρία να αποδοκιμάσει με τον πιο έντονο τρόπο την πολιτική της ευπειθούς συμμόρφωσης στις επιταγές της τριαρχίας («τρόικα») που ακολουθεί η μνημονιακή συγκυβέρνηση και οδηγεί την οικονομία σε κατάρρευση και την κοινωνία σε έκρηξη. Η αποδοκιμασία αυτή, καθώς και η διεκδίκηση μιας εντελώς διαφορετικής πολιτικής, η οποία θα στοχεύει στην αποτροπή της επαπειλούμενης ανθρωπιστικής κρίσης και όχι στα κέρδη του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, πρέπει να εκφρασθεί μέσα από την υπερψήφιση της κύριας αντιμνημονιακής δύναμης, δηλ. του ΣΥΡΙΖΑ. Στη ριζοσπαστική αριστερά ανήκει σήμερα η κύρια ιστορική ευθύνη για την προάσπιση της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους απέναντι στο εγχείρημα της επιβολής μιας μετανεωτερικής δικτατορίας των κεφαλαιαγορών.   

Ρεαλιστική επιλογή η διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους.


Αναδημοσίευση από εφημερίδα REAL NEWS στις 27/4/2014.

Η μνημονιακή συγκυβέρνηση και τα συστημικά ΜΜΕ επιστρατεύουν όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, για να αποτρέψουν τη διαφαινόμενη επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές ή τουλάχιστον να περιορίσουν τις διαστάσεις της. Την Εβδομάδα των Παθών του 2014 (μέρος της μνημονιακής τετραετίας των Παθών για την ελληνική κοινωνία) η πολεμική τους εστιάσθηκε στη διαφωνία μιας μειοψηφίας μέσα στους κόλπους της ριζοσπαστικής αριστεράς, σε σχέση με την προσέγγιση του ζητήματος του νομίσματος.
Το δίλημμα ευρώ ή δραχμή ήταν υπαρκτό την δεκαετία του 1990, όταν η κυβέρνηση του «εκσυγχρονισμού» οδήγησε τη χώρα στο ενιαίο νόμισμα χρησιμοποιώντας μεθόδους «δημιουργικής» λογιστικής και αποφεύγοντας επιμελώς τον δημόσιο διάλογο για το ζήτημα (σε αντίθεση π.χ. με τη Σουηδία, όπου διεξάχθηκε δημοψήφισμα με αρνητική έκβαση). Το δίλημμα ήταν υπαρκτό και την άνοιξη του 2010, όταν το δημόσιο χρέος υπαγόταν ακόμη σε ελληνικό δίκαιο και άρα θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να δραχμοποιηθεί. Σήμερα όμως πρόκειται πια για ψευτοδίλημμα.
Το κρισιμότερο πρόβλημα της χώρας είναι η υπερχρέωση του ελληνικού δημοσίου, η οποία ματαιώνει εκ των προτέρων κάθε σοβαρή προοπτική οικονομικής ανάκαμψης και δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά μόνο με γενναία διαγραφή κεφαλαίου (και όχι με εμβαλωματικές «λύσεις» τύπου επιμήκυνσης και μείωσης επιτοκίων). Η επιστροφή στη δραχμή δεν θα έλυνε το πρόβλημα, αφού το χρέος διέπεται ήδη στο σύνολό του από το αγγλικό δίκαιο και άρα βρίσκεται έξω από το βεληνεκές του έλληνα νομοθέτη. Εξάλλου, ακόμη και αν φθάναμε σε συμφωνία με τα άλλα κράτη της ευρωζώνης για την έξοδό μας από αυτή, θα εξακολουθούσαμε να δεσμευόμαστε, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τους όρους του Δημοσιονομικού Συμφώνου του 2012 (για σώρευση πρωτογενών πλεονασμάτων ώστε να μειώνεται σταδιακά το χρέος), που είναι αρκετοί για να μας οδηγήσουν σε οικονομική ασφυξία αν δεν προηγηθεί διαγραφή χρέους.  
Από την άλλη πλευρά, είναι φανερό ότι το ενιαίο νόμισμα έχει προκαλέσει τεράστιες ανισορροπίες στο εσωτερικό της ευρωζώνης, με υπερδιόγκωση του πλεονάσματος του γερμανικού ιδίως ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και υψηλή ανεργία στο μεσογειακό νότο. Αν δεν αλλάξει εκ βάθρων η αρχιτεκτονική της, η κατάρρευση της ευρωζώνης είναι μάλλον θέμα χρόνου. Η αφετηρία της θα μπορούσε να είναι η απώλεια της πιστοληπτικής ικανότητας ενός από τα μεγάλα ευρωμεσογειακά κράτη (ήδη π.χ. η βιωσιμότητα του ιταλικού δημοσίου χρέους, που έχει ανέλθει στο 132% του ΑΕΠ, είναι ένα κατά συνθήκη ψεύδος) ή κάποιο απρόβλεπτο γεγονός («ατύχημα»).
Ούτως ή άλλως όμως, η μονομερής έξοδος από το ενιαίο νόμισμα δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή για μια μικρή χώρα που στερείται συναλλαγματικά αποθέματα, ενώ το δημόσιο χρέος της έχει καταστεί διακρατικό και υπάγεται σε ξένο δίκαιο. Ρεαλιστική επιλογή αποτελεί αντίθετα η διεκδίκηση της διαγραφής μεγάλου μέρους  του χρέους, όπως συνέβη και για τη Γερμανία με τη συμφωνία του Λονδίνου το 1953, παράλληλα με την παύση εφαρμογής της υφεσιακής μνημονιακής πολιτικής. Αυτή ακριβώς είναι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, όπως έχει καθορισθεί  δεσμευτικά με τις σχετικές αποφάσεις του ιδρυτικού του συνεδρίου τον Ιούλιο του 2013, και αυτή θα αποτελέσει τον άξονα της πολιτικής του, εφόσον μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δρομολογηθεί η διεξαγωγή εθνικών εκλογών και η λήξη της μνημονιακής συγκυβέρνησης.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

47 χρόνια μετά..


Η σημερινή επέτειος των 47 ετών από την αποφράδα 21η Απριλίου 1967 βρίσκει την Ελλάδα σε μια κατάσταση που παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την εποχή του προδικτατορικού μετεμφυλιακού κράτους (1949 – 1967). Όπως τότε, έτσι και σήμερα το Σύνταγμα ισχύει, αλλά σε μεγάλο βαθμό δεν εφαρμόζεται. Όπως τότε, έτσι και σήμερα οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες είναι πρόθυμες να θυσιάσουν τα συνταγματικά δικαιώματα στον βωμό της αντιμετώπισης ενός (κατά τη δική τους αντίληψη) επικείμενου κινδύνου, δηλ. τότε του κομμουνιστικού κινδύνου και τώρα του κινδύνου της άτακτης χρεοκοπίας. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, οι δικαστικές ιδίως εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να το θωρακίσουν. Τότε βέβαια παραβιάζονταν κυρίως τα παραδοσιακά ατομικά δικαιώματα, ενώ τώρα στη γραμμή του πυρός βρίσκονται περισσότερο τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα. Επί της ουσίας όμως το ζητούμενο είναι το ίδιο, δηλ. να αντιδράσει η μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία και να προασπίσει τα δικαιώματα αυτά. Οι επερχόμενες ευρωεκλογές μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν την αρχή του τέλους της μνημονιακής υποτέλειας και της βίαιης πτωχοποίησης της κοινωνίας.  


Κώστας Χ. Χρυσόγονος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Υποψήφιος Ευρωβουλευτής ΣΥΡΙΖΑ

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Γιατί θέτω υποψηφιότητα σε αυτές τις Ευρωεκλογές;

Η συμμετοχή μου στον συνδυασμό του ΣΥΡΙΖΑ στις  ευρωεκλογές αποτελεί έμπρακτη εκδήλωση της αγωνίας μου για την πορεία της χώρας μας και ολόκληρης της Ευρώπης. Ως καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου έχω καταγγείλει τη συντελούμενη εκτροπή από τη συνταγματική νομιμότητα και την καταστρατήγηση του Συντάγματος. Έχω καυτηριάσει τη σιωπηρή μεταβολή του πολιτεύματος στην πατρίδα μας. Τη μετατροπή της δημοκρατίας αρχικά σε κλεπτοκρατία και πλέον σε χρεοκρατία. Παράλληλα η ενωμένη Ευρώπη από ένωση ισότιμων κρατών με στόχο την ευημερία των λαών τους μεταλλάσσεται σε ένωση δανειστών και οφειλετών με στόχο την ευημερία των κεφαλαιαγορών. H Ευρωπαϊκή Ένωση μεταλλάσσεται σε ένα αυτοκρατορικό μόρφωμα και η Ελλάδα σε αποικία χρέους. Σε αυτές τις συνθήκες δεν μπορώ να αρκεστώ να διδάσκω στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα νόμους, διατάξεις και δικαιώματα που υπάρχουν, αλλά δεν εφαρμόζονται πια. Αισθάνομαι ότι έχω χρέος να απευθυνθώ σε όλους τους πολίτες, μέσα από ενεργή πολιτική δράση, για να συμβάλω στην ανατροπή της μνημονιακής υποτέλειας.


Κώστας Χ. Χρυσόγονος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Υποψήφιος Ευρωβουλευτής ΣΥΡΙΖΑ

Οικονομία σε ασφυξία


Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΕΘΝΟΣ στις 14/4/2014.

Οι πανηγυρισμοί της μνημονιακής συγκυβέρνησης για τη δήθεν «έξοδο στις αγορές» (για συμβολικό ποσό) συσκοτίζουν την πραγματικότητα της αφερεγγυότητας του ελληνικού δημοσίου. Η αφερεγγυότητα προκύπτει από την ύπαρξη ενός εμφανώς μη βιώσιμου δημοσίου χρέους σε ύψος άνω του 175% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ), συμπαρασύρει τους ιδιώτες και ματαιώνει κάθε προοπτική οικονομικής ανάκαμψης.
Πέρα όμως από το έλλειμμα φερεγγυότητας, την ασφυξία επιτείνει η πολιτική του τραπεζικού συστήματος, καθ’ υπαγόρευση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Το σύνολο του δανεισμού προς επιχειρήσεις, νοικοκυριά, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες σημειώνει διαρκή πτώση κατ’ έτος και έτσι από τα 257 δις ευρώ το Δεκέμβριου του 2010 έπεσε στα 217 δις ευρώ το Δεκέμβριο του 2013. Αν συνυπολογίσουμε τους τόκους συνάγεται ότι η πραγματική πιστωτική επέκταση ήταν αρνητική σε ποσοστό άνω του 30% μέσα στο διάστημα αυτό, δηλαδή αποστραγγίστηκε σχεδόν το 1/3 της ρευστότητας από την πραγματική οικονομία.
Η αποστράγγιση αυτή, που οδηγεί σε κατάρρευση την οικονομική δραστηριότητα, ήταν αρχικά σχεδόν επιβεβλημένη λόγω της διαρροής καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες, από μία τάξη μεγέθους 240 δις ευρώ τα τέλη του 2009 σε λιγότερο από 160 δις τα μέσα του 2012. Στη συνέχεια όμως οι καταθέσεις σε γενικές γραμμές σταθεροποιήθηκαν, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός προς τον ιδιωτικό τομέα συνέχισε να συρρικνώνεται. Τούτο οφείλεται στην πίεση της ΕΚΤ, η οποία τον τελευταίο ενάμιση χρόνο μείωσε τη χρηματοδότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω του μηχανισμού εκκαθάρισης συναλλαγών των κεντρικών Τραπεζών (TARGET) περίπου στο μισό, από τα 100 στα 50 δις ευρώ.
Το ευρωπαϊκό κατεστημένο παλινδρομεί διαρκώς μεταξύ μιας τιμωρητικής λογικής απέναντι στην Ελλάδα, που την οδηγεί σε αργή ασφυξία και της ανάγκης να μην εξωθήσει τη χώρα σε ρήξη, με απρόβλεπτες συνέπειες για το ενιαίο νόμισμα. Η παλινδρόμηση θα τερματιστεί μόνο όταν γίνει αντιληπτό ότι η απειλή ρήξης από την ελληνική πλευρά είναι υπαρκτή, ώστε οι ευρωπαϊκές «ελίτ» να υποχρεωθούν να μας δώσουν περιθώριο για να αναπνεύσουμε βαθιά. 

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Έξις δευτέρα φύσις.


Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στος 13/4/2014

Κατά το άρθρο 14 του νόμου 3852/2010, γνωστού και ως «Καλλικράτη» προβλέφθηκε –ως μέσο εξασφάλισης της διαφάνειας στο δημόσιο βίο και για την καταπολέμηση της διαπλοκής- κώλυμα και ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του Δημάρχου, για το δεκαοκτάμηνο πριν τη διενέργεια των εκλογών για τους κατέχοντες πρόεδρου διοικητικoύ συμβουλίου των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που διορίζονται «κατ’ ανάθεση» με διοικητική πράξη και εδρεύουν όπου και ο οικείος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης. Ακριβώς δε επειδή η διάταξη αυτή είχε ως στόχο την αποθάρρυνση τέτοιας «ύποπτης» (κατά αμάχητο τεκμήριο του νόμου)  διπλοθεσίας, η διάταξη ασφαλώς ως κανόνας δικαίου είχε γενική και αφηρημένη έναντι πάντων ισχύ, καλύπτοντας δηλαδή όλες –θα υπέθετε κανείς- τις σχετικές περιπτώσεις που ανέκυπταν στην ελληνική επικράτεια.
Ως φαίνεται όμως όχι και την περίπτωση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης λειτουργεί σύμφωνα με τον νόμο 3905 του 2010 ως κοινωφελές μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό δημόσιο έλεγχο, με διοικητικά όργανα που κατά βάση διορίζονται με κριτήρια το «αναγνωρισμένο κύρος τους» ή την «αξιόλογη πείρα τους» από τον εκάστοτε Υπουργό Πολιτισμού, στην πραγματικότητα κατά απόλυτή του διακριτική ευχέρεια. Σε εφαρμογή της διάταξη αυτής με απόφαση του τότε Υπουργού Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ Παύλου Γερουλάνου ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης διορίστηκε στις 25 Ιουλίου 2011 ως πρόεδρος του Φεστιβάλ. Κατά την κοινή λογική αυτό θα δημιουργούσε κώλυμα και ασυμβίβαστο για τον κ. Μπουτάρη και θα μπορούσε όχι απλώς να εμποδίσει την εκ νέου εκλογή του αλλά και να επιφέρει την έκπτωσή του, σήμερα, από το δημαρχιακό θώκο.
Μόλις το γεγονός είδε το φως της δημοσιότητας και προτού κάποιος «ενοχλητικός» πολίτης προλάβει να προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, η μνημονιακή συγκυβέρνηση φρόντισε να καλύψει τον εκλεκτό της Δήμαρχο. Ούτε λίγο ούτε πολύ, εισήγαγε φωτογραφική τροπολογία στο νομοσχέδιο με τίτλο «Επείγουσες ρυθμίσεις αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» που ψηφίσθηκε την προηγούμενη εβδομάδα και κατάργησε αναδρομικά το κώλυμα για όσους είναι αιρετοί της τοπικής αυτοδιοίκησης
                Επί της ουσίας είναι συζητήσιμο αν το κώλυμα αυτό θα έπρεπε να υφίσταται για τους δημάρχους γενικά. Εκείνο που δεν είναι συζητήσιμο είναι ότι εφόσον καλώς ή κακώς υπάρχει γενικής ισχύος διάταξη νόμου, η κατάργησή της για να ωφεληθεί, και μάλιστα αναδρομικά, συγκεκριμένος δήμαρχος παραβιάζει κάθε έννοια ισότητας, κράτους δικαίου και συνταγματικού πολιτισμού. Δυστυχώς όμως η μνημονιακή συγκυβέρνηση είναι εθισμένη σε τέτοιου είδου παραβιάσεις. Έξις δευτέρα φύσις.

Τα αντανακλαστικά της εισαγγελέως.


Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 13/4/2014

Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου επέδειξε την προηγούμενη εβδομάδα τα εξαιρετικά αντανακλαστικά της, ανταποκρινόμενη άμεσα στη σχετική αναφορά του λογιωτάτου περί τα νομικά υπουργού «Προστασίας του Πολίτη», και με παραγγελία της προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών επιτάσσει την άμεση κίνηση αυτόφωρης διαδικασίας κατά όσων διακινούν παράνομο οπτικοακουστικό υλικό στα ΜΜΕ. Διευκρινίζει μάλιστα ότι, εκτός από το άρθρο 370 Α του Ποινικού Κώδικα (παραβίαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας), εφαρμογή μπορεί να έχει και το «ξεχασμένο» άρθρο 157 του ίδιου (άσκηση βίας ή απειλής βίας κατά της Βουλής ή της κυβέρνησης ή μέλους τους για την εκτέλεση ή παράλειψη πράξης αναγόμενης στα καθήκοντά τους.)
Είναι βέβαια θετικό το γεγονός ότι, μάλλον για πρώτη φορά, η κυβέρνηση και οι εισαγγελικές αρχές αντιδρούν με τόσο άμεσο και κατηγορηματικό τρόπο σε δημόσιες απειλές των νεοναζιστών. Είναι πρόδηλη η αλλαγή στάσης σε σχέση προς ό,τι συνέβαινε έως πριν από μερικούς μήνες, όταν απειλές προερχόμενες από τον ίδιο πολιτικό χώρο, αλλά στρεφόμενες προς άλλες κατευθύνσεις (π.χ. αλλοδαπούς μικροπωλητές, συνδικαλιστές κλπ.), αντιμετωπιζόταν από το επίσημο κράτος με χαρακτηριστική μακαριότητα. Ίσως όμως η διαφορά να είναι ότι τώρα οι απειλές των χρυσαυγιτών αγγίζουν τον ίδιο τον πρωθυπουργό, το περιβάλλον του και τους υπουργούς του.
Από νομική άποψη  η εν αγνοία ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του. Αυτό, όπως έχει δεχθεί ο Άρειος Πάγος, δεν είναι καταρχήν ανεκτό από την έννομη τάξη, ειδάλλως θα ζούσαμε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη έκφρασή μας σε μια ιδιωτική συζήτηση θα μπορούσε κάποια άλλη στιγμή να χρησιμοποιηθεί εναντίον μας (ΑΠ 1/2001 Ολομ.). Όπως όμως έχει πολλές φορές επιβεβαιώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η προστασία της αμεριμνησίας της ιδιωτικής συνομιλίας ενδέχεται να υποχωρεί, όταν σταθμίζεται με το εύλογο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης να ενημερώνεται για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται την εξουσία όσοι κατέχουν δημόσιες θέσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, και εφόσον βεβαίως δεν πρόκειται για τον απαραβίαστο πυρήνα της ιδιωτικής ζωής (ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις, υγεία κλπ.), η ελευθερία του τύπου και της πληροφόρησης αποκτά προβάδισμα έναντι της προστασίας των λεγόμενων «δημοσίων προσώπων» (όπως βουλευτές, μέλη και στελέχη της κυβέρνησης).
Εδώ προκύπτει μια ξεκάθαρη διάκριση. Είναι άλλο πράγμα καθαυτές οι αποκρουστικές πρακτικές παγίδευσης ιδιωτικών συνομιλιών, που παραπέμπουν σε παρακράτος και υπόκοσμο. Και άλλο πράγμα το καθήκον ενημέρωσης της κοινής γνώμης, η οποία εν τέλει δικαιούται να γνωρίζει αν άνθρωποι που διαχειρίζονται τις τύχες του ελληνικού λαού «συγχρωτίζονται» και νιώθουν οικειότητα με όσους δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν πρακτικές παρακράτους ή μαφίας. Όποιος δεν μπορεί ή δεν θέλει να κάνει τη στοιχειώδη αυτή διάκριση φοβάμαι πως δεν προασπίζει εντέλει αποτελεσματικά τη δημοκρατία.