Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

Ο δρόμος προς την ολική επαναφορά - άρθρο μου στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 23/07/2023

Κώστας Χρυσόγονος

Μέλος Π.Σ. ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ

Οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023 παρήγαγαν το παράδοξο, μιας ισχυρής κυβέρνησης (με 41% των ψήφων και 158 έδρες) χωρίς, επί της ουσίας, μείζονα ή «αξιωματική» αντιπολίτευση. Τυπικά τον ρόλο αυτό επωμίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στην πράξη η απώλεια των μισών περίπου ψήφων (930.000 τον Ιούνιο του 2023 έναντι 1.781.000 τον Ιούλιο του 2019, με ποσοστό 17,8% τώρα έναντι 31,5% τότε) και εδρών του (47 έναντι 86) προοιωνίζεται τη μελλοντική επιστροφή του κόμματος αυτού στον παραδοσιακό του ρόλο, ενός σχήματος διαμαρτυρίας στα επίπεδα του 3% ή 4%. Το μόνο ιστορικό προηγούμενο μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία όχι μόνο δεν κατάφερε να επωφεληθεί από τη φθορά που συνεπάγεται η άσκηση της εξουσίας για την κυβέρνηση, αλλά κατέρρευσε η ίδια, ήταν εκείνο της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου, από το 20% το 1974 στο 12% το 1977, για να ακολουθήσει η αυτοδιάλυση της τα επόμενα χρόνια.

Συνεπώς, οι ευρωεκλογές του Μαΐου 2024 αποκτούν αυξημένη σημασία για τα εθνικά μας πολιτικά δρώμενα, πέρα από την αυτονόητη ευρωπαϊκή τους διάσταση. Θα φανεί αν κάποιο από τα επτά συνολικά κόμματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης θα καταφέρει να αναδειχθεί σε ρόλο δυνητικά επικίνδυνου αντιπάλου για τη «Νέα Δημοκρατία», στην προοπτική των επόμενων εθνικών εκλογών του 2027. Τούτο είναι πάντως ευκταίο από την άποψη της εύρυθμης λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, αφού μια κυβέρνηση χωρίς αντιπολίτευση είναι ένα φαινόμενο πολλαπλώς επικίνδυνο, τόσο για τα συνταγματικά δικαιώματα (π.χ. τηλεφωνικές υποκλοπές), όσο και για τους θεσμούς (χαρακτηριστικές οι επισημάνσεις των εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το έλλειμμα δικαστικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα).

Στην πραγματικότητα ο μόνος υποψήφιος να αναδειχθεί σε «αντίπαλον δέος» για τη «Νέα Δημοκρατία» είναι το ΠΑ.ΣΟ.Κ./ΚΙΝ.ΑΛ. Από τον Ιούλιο του 2019 στον Ιούνιο του 2023, το – προς το παρόν – τρίτο κοινοβουλευτικό κόμμα κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο από κάθε άλλο, ανεβαίνοντας από το 8,1% στο 11,8%, ενώ η μαζική συμμετοχή στη διαδικασία που οδήγησε στην εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη (270.000 πολίτες, έναντι 404.000 στην αντίστοιχη διαδικασία της Ν.Δ. το 2015 και μόλις 152.00 στον ΣΥΡΙΖΑ το 2022 επίσης), σε συνδυασμό με την αδιάκοπη ισχυρή παρουσία του στον συνδικαλισμό και την αυτοδιοίκηση (πολύ ισχυρότερη από την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση), καταδεικνύουν ότι υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις επιτάχυνσης της ανοδικής του πορείας και της επανόδου του σε ρόλο διεκδικητή της εξουσίας. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. οφείλει να πείσει τη μεγάλη μάζα των μη προνομιούχων ότι υπάρχει ένας «τρίτος δρόμος» για τη χώρα, ένας δρόμος δίκαιης ισορροπίας μεταξύ φόρων και κοινωνικών παροχών, μακριά τόσο από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές κατεδάφισης του κοινωνικού κράτους της τελευταίας τετραετίας, όσο και από τη συριζαϊκή φοροκαταιγίδα τη προηγούμενης τετραετίας, προκειμένου στις ευρωεκλογές του 2024 να εγγράψει προσημείωση για την ολική επαναφορά του ως κόμμα εξουσίας το 2027.

Δευτερεύουσα σημασία έχει, στο πλαίσιο αυτό, το κατά πόσο το όριο συμμετοχής στην κατανομή των εδρών θα παραμείνει στο 3% ή θα αυξηθεί στο 5% όπως φημολογείται ευρέως (γεγονός είναι ότι στα περισσότερα από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ένωσης το εκλογικό αυτό «κατώφλι» είναι υψηλότερο απ’ ό,τι στη χώρα μας, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος πολιτικού κατακερματισμού). Προβληματισμός, εξάλλου, ανακύπτει για τον τρόπο ανάδειξης των ευρωβουλευτών (σταυρός ή λίστα), δεδομένου ότι τα πρόσφατα κρούσματα παραβατικών συμπεριφορών από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους μας αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας διεθνώς. Ούτως ή άλλως πρέπει όλοι να αντιληφθούμε ότι η ψήφος μας είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, τόσο στις εθνικές όσο και στις ευρωπαϊκές εκλογές.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Το κρίσιμο ερώτημα για αύξηση του ορίου του 3% - Άρθρο μου στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 7.7.2023

Κώστας Χρυσόγονος
Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

Οι εκλογές της 25.6.2023, με τον κατακερματισμό της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης σε επτά (και παραλίγο οκτώ) κόμματα, κανένα από τα οποία δεν έφθασε το 18% των έγκυρων ψήφων ή τις 50 έδρες, έθεσαν επί τάπητος το ζήτημα της λειτουργικότητας της Βουλής. Δεδομένου ότι η τελευταία δεν είναι μόνο λαϊκή αντιπροσωπεία, αλλά και κρατικό όργανο, εξοπλισμένο με αρμοδιότητες καίριας σημασίας για τη λειτουργία του πολιτεύματος, η διασφάλιση της δυνατότητας άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών συνιστά συνταγματική επιταγή, ως απόρροια της κοινοβουλευτικής αρχής και της διάκρισης των λειτουργιών (βλ. αναλυτικότερα Κ. Χρυσόγονου, Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, 1996, σ. 217 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα το ζήτημα προκύπτει όχι υπό την έκφανση της διακινδύνευσης της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά της δυσχέρειας άσκησης των ελεγκτικών δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης, λόγω ακριβώς του κατακερματισμού της (π.χ. αδυναμία κατάθεσης πρότασης δυσπιστίας με τις απαιτούμενες 50 υπογραφές, κ.ά.).

Ανακύπτει έτσι εύλογα το ερώτημα, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αυξηθεί το απαιτούμενο όριο για τη συμμετοχή ενός κόμματος (ή συνασπισμού) στην κατανομή των εδρών από το 3% των εγκύρων ψήφων πανελλαδικά (άρθρο 99 παρ. 1 του Εκλογικού Κώδικα, π.δ. 26/2012), π.χ. στο 5%. Το ερώτημα τούτο μπορεί να καταστεί πιεστικότερο στο μέλλον, εφόσον στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μειωθεί αισθητά το ποσοστό ψήφων (και) του πρώτου κόμματος, ως αποτέλεσμα της συνήθους φθοράς από την άσκηση εξουσίας. Τότε ενδέχεται να τεθεί και ζήτημα κυβερνητικής σταθερότητας, δεδομένου ότι το πολιτικό σκηνικό εμφανίζεται άκρως πολωμένο, αφού κανείς από τους οκτώ κοινοβουλευτικούς σχηματισμούς δεν φαίνεται να έχει μελλοντική διάθεση κυβερνητικής συνεργασίας με κανέναν.

Μια ματιά στα συγκριτικά δεδομένα δείχνει ότι από τα άλλα 26 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα τέσσερα υπάρχει όριο 4%, σε ένδεκα το όριο είναι 5%, ενώ υπάρχουν και κράτη μέλη (π.χ. Γαλλία, Ιρλανδία, Μάλτα, Πορτογαλία) όπου το όριο μπορεί να καταλήγει κατ’ αποτέλεσμα να τίθεται ακόμη υψηλότερα, λόγω της εφαρμογής πλειοψηφικού συστήματος ή της κατανομής των εδρών σε επίπεδο ελάσσονος περιφέρειας. Μόνο η Δανία και η Ολλανδία φαίνονται να έχουν τελικά χαμηλότερο εκλογικό «κατώφλι» από την Ελλάδα.

Πρόκειται πάντως για θέμα αναγόμενο στο εκλογικό σύστημα και έτσι μια τυχόν αλλαγή εδώ θα χρειαζόταν να υπερψηφισθεί με πλειοψηφία 200 βουλευτών, προκειμένου να ισχύσει από τις επόμενες εκλογές (άρθρο 54 παρ.1 Συντ.), αλλιώς θα πρέπει να περιμένει έως τις μεθεπόμενες. Ο περιορισμός όμως αυτός αφορά (μόνο) τις εθνικές εκλογές, ενώ για τις ευρωεκλογές ο νομοθέτης δεν κωλύεται συνταγματικά να θεσπίσει την αύξηση του ορίου συμμετοχής στην κατανομή των εδρών με άμεση ισχύ.

Σάββατο 17 Ιουνίου 2023

Το ΠΑΣΟΚ ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας - άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 16.6.2023

Κώστας Χρυσόγονος

Μέλος Π.Σ. ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Οι βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου είναι νομικά νέες, αφού εκείνες του Μαΐου λογίζονται ως μη γενόμενες, μετά τη διάλυση της Βουλής. Από πολιτική όμως άποψη η τύχη της επαναληπτικής αυτής αναμέτρησης εμφανίζεται προδιαγεγραμμένη, αφού σε εκλογές με τόσο μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο νικητής της πρώτης φοράς επικρατεί ξανά, με μεγαλύτερα ποσοστά. Δεδομένου ότι η «Νέα Δημοκρατία» θα είχε κερδίσει τον Μάιο 172 έδρες, αν εφαρμοζόταν τότε το εκλογικό σύστημα που θα ισχύσει τώρα, το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα φθάσει σε επίπεδα μιας παντοδυναμίας π.χ. 180 και πλέον εδρών, πράγμα πολλαπλώς ανησυχητικό και επικίνδυνο.

Το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ευτύχησε να επανέλθει στην κυβέρνηση το 2109, στο τέλος μιας δεκαετούς περιόδου δεινής κρίσης. Ήταν λογικά αναμενόμενο πως η ελληνική οικονομία θα πραγματοποιούσε μια μερική επαναφορά προς υψηλότερα επίπεδα, έστω και χωρίς να έχει αλλάξει ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Την επαναφορά αυτή, π.χ. με το ΑΕΠ να ανεβαίνει από τα 165 δις ευρώ το 2020 στα 208 το 2022, την καρπώθηκε πολιτικά το κυβερνών κόμμα και έτσι τον Μάιο του 2023 αύξησε τα ποσοστά του σε σχέση με τον Ιούλιο του 2019. Πέρα όμως από την οικονομική συγκυρία, κρίσιμο ρόλο έπαιξε και η αδυναμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αρθρώσει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχει ακόμα από τις παιδικές αρρώστιες του λαϊκισμού και του αριστερισμού, οι οποίες όχι μόνο τον είχαν οδηγήσει στη Βαρουφακειάδα του 2015, αλλά τον εμποδίζουν ακόμη και σήμερα να ασκήσει ειλικρινή και σοβαρή αυτοκριτική για τα πεπραγμένα συνολικά της κυβερνητικής του θητείας.

Η εκλογική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ τον Μάιο σημαίνει ότι η προοπτική να διεκδικήσει στο μέλλον ξανά την εξουσία απομακρύνεται ανεπιστρεπτί. Παράλληλα η νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη ενδέχεται να μείνει χωρίς πραγματικό αντίπαλο και τα φαινόμενα αυθαίρετης άσκησης της εξουσίας που είδαμε στην τελευταία τετραετία, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών, η απαξίωση της δημόσιας υγείας και των δημόσιων συγκοινωνιών, κ.ά., να χειροτερεύσουν ακόμη περισσότερο. Το κρίσιμο επομένως ερώτημα των εκλογών του Ιουνίου δεν είναι αν η χώρα θα αποκτήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, αλλά αν θα αποκτήσει αξιωματική αντιπολίτευση ικανή να διαμορφώσει σταδιακά τις προϋποθέσεις μιας κυβερνητικής αλλαγής στις επόμενες εκλογές, π.χ. του 2026 ή 2027.

Η αξιωματική αντιπολίτευση που χρειάζεται ο τόπος ως αντίβαρο στην αυθαιρεσία μιας παντοδύναμης κυβέρνησης δεν είναι άλλη από το ΠΑ.ΣΟ.Κ/ΚΙΝ.ΑΛ., υπό την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη και της νέας γενιάς (από ηλικιακή και όχι μόνο άποψη) στελεχών τα οποία τον περιβάλλουν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι μπορούν να προσφέρουν στη χώρα μια πρόταση εξουσίας με χαρακτηριστικά ευρωπαϊκά, δηλ. με άξονα την αξιοκρατία και τον σεβασμό στους κανόνες της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και σοσιαλδημοκρατικά, δηλ. στηριγμένη στην επιδίωξη μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ φορολογικών βαρών αφενός και κοινωνικών παροχών αφετέρου. Με άλλες λέξεις, το ζητούμενο των εκλογών του Ιουνίου είναι η παραπέρα αλλαγή των συσχετισμών μεταξύ του κατερχόμενου ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ και του ανερχόμενου ΠΑ.ΣΟ.Κ., προκειμένου να προετοιμαστεί μια προοδευτική στροφή για τη χώρα μετά την -ατυχώς- αναπόφευκτη νέα κυβερνητική θητεία της δεξιάς.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

Άλαλα τα χείλη των ασεβών - άρθρο μου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 27/03/2023

Κώστας Χρυσόγονος 

Μέλος Π.Σ.  Π.Α.ΣΟ.Κ

Άλαλα τα χείλη των ασεβών

Η δήλωση του Νίκου Ανδρουλάκη ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ είναι έτοιμο να συζητήσει μετεκλογικά τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση συνεργασίας τόσο με τη «Νέα Δημοκρατία» όσο και με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., υπό την προϋπόθεση όμως ότι πρωθυπουργός δεν θα είναι ο αρχηγός κανενός από τα δύο κόμματα, προκάλεσε την οξύτατη αντίδραση του κυβερνητικού εκπροσώπου. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι η θέση του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι «θεσμικά ασεβής» και συνιστά «πρόκληση στη δημοκρατική τάξη».

Αναμφισβήτητα  ο -γεωπόνος στο επάγγελμα- κυβερνητικός εκπρόσωπος δικαιούται να κάνει τις δικές του εκτιμήσεις για τη στάση των πολιτικών του αντιπάλων και να διαλέγει υψηλούς τόνους ή ήπιο πολιτικό κλίμα. Θα έπρεπε ωστόσο να ήταν πιο προσεκτικός στην επιλογή των λέξεων, αν δεν θέλει να κατηγορηθεί για παχυλή αμάθεια, σε ό,τι αφορά τόσο τα συνταγματικά και θεσμικά δεδομένα (αφού ο όρος «θεσμικά ασεβής» καταφανώς υπονοεί ότι η θέση Ανδρουλάκη είναι αντισυνταγματική/αντιθεσμική), όσο και την πολιτική ιστορία του τόπου (ενόψει της οποίας μπορεί να μετρηθεί τί συνιστά «πρόκληση για τη δημοκρατική τάξη» ). Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν εκπροσωπεί όχι τον εαυτό του, αλλά την  κυβέρνηση της χώρας. 

Σε ό,τι αφορά την ιστορική διάσταση του ζητήματος, αν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε τον κόπο να ερευνήσει, θα ανεκάλυπτε ότι στα μεταπολεμικά χρόνια  σε τρεις περιπτώσεις σχηματίσθηκαν στην Ελλάδα κυβερνήσεις συνεργασίας με πρωθυπουργό τρίτο πρόσωπο, αντί για τον αρχηγό του πρώτου σε δύναμη εδρών κόμματος. Η πρώτη ήταν το 1947-49, όταν ο αρχηγός του Λαϊκου Κόμματος Κωνσταντίνος Τσαλδάρης αποδέχθηκε τη συμμετοχή του κόμματός του στις κυβερνήσεις διαδοχικά  Μάξιμου,  Σοφούλη και  Διομήδους. Η δεύτερη το 1989 – 90, όταν ο Πρόεδρος της «Νέας Δημοκρατίας» Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αποδέχθηκε  ως πρωθυπουργους Τζανετάκη και Ζολώτα. Και η τρίτη το 2011-12, όταν ο τότε Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιώργος Παπανδρέου συναίνεσε στον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου. 

Όσο αφορά εξάλλου τη συνταγματική πλευρά, καμία διάταξη του ισχύοντος Συντάγματος δεν θέτει ως προϋπόθεση του σχηματισμού κυβέρνησης την κατάληψη της θέσης του πρωθυπουργού από τον αρχηγό του ισχυρότερου από τα συνεργαζόμενα κόμματα, ούτε και υποστηρίχθηκε ποτέ στα σοβαρά παρόμοια άποψη από οποιονδήποτε εκπρόσωπο της θεωρίας του συνταγματικού δικαίου. Αντικείμενο συζήτησης έχει αποτελέσει μόνο το κατά πόσο θα όφειλε ο πρωθυπουργός να είναι εν ενεργεία βουλευτής, αλλά και αυτό ακόμη γίνεται δεκτό από την κρατούσα γνώμη ότι δεν απαιτείται. Επιβεβαιώθηκε άλλωστε τούτο και στη συνταγματική πρακτική κατ΄ επανάληψη, αφού ούτε ο Ξενοφών Ζολώτας ούτε ο Λουκάς Παπαδήμος ήταν βουλευτές, και όμως οι κυβερνήσεις τους έτυχαν ψήφου εμπιστοσύνης από τα τρία μεγαλύτερα κόμματα και της σημερινής  σύνθεσης του Βουλής. 

Θεσμική ασέβεια και πρόκληση στη δημοκρατική τάξη συνιστά αντίθετα η υποκλοπή από τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες – που τελούν υπό την προσωπική εποπτεία και ευθύνη του πρωθυπουργού- των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του αρχηγού κόμματος της αντιπολίτευσης, ενώ η μεταβάπτισή της σε «νόμιμη επισύνδεση» αποτελεί πρόκληση και για τη νοημοσύνη των πολιτών. Στον ελληνικό λαό εναπόκειται, στις προσεχείς εκλογές, να καταστήσει άλαλα τα χείλη των ασεβών.       



    



Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

Ανίκανος να απαλλαγεί από τις παιδικές του ασθένειες - άρθρο μου στα ΝΕΑ του Σαββάτου 26/11/2022

 Κώστας Χ. Χρυσόγονος

Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου

ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ


Ένα εξάμηνο πριν από τις εκλογές του 2023, η εικόνα που προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις είναι ότι προμηνύονται απώλειες για το κυβερνών κόμμα αλλά και για την αξιωματική αντιπολίτευση, σε σχέση με τα ποσοστά του 2019, αξιόλογη βελτίωση των εκλογικών επιδόσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ./ΚΙΝ.ΑΛ. και περιορισμένες μεταβολές ως προς τα υπόλοιπα κόμματα. Δεν διαφαίνεται πάντως προς το παρόν να αλλάζει η σειρά κατάταξης των κομμάτων, ενώ άδηλο παραμένει, ενόψει και του εκλογικού συστήματος απλής αναλογικής, το οποίο θα εφαρμοστεί σύμφωνα με το ν. 4406/2016 και το άρθρο 54 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά πόσο θα σχηματισθεί βιώσιμη κυβέρνηση. Αλλιώς θα χρειασθεί άμεσα δεύτερη προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, με το εκλογικό σύστημα του ν. 4654/2020 και πριμοδότηση του πρώτου κόμματος με δεκάδες επιπλέον έδρες.

Το γεγονός ότι η «Νέα Δημοκρατία», παρά την υγειονομική και την οικονομική κρίση και παρά την προφανή προσωπική ευθύνη του πρωθυπουργού για το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών, προδιαγράφεται ως η επικρατέστερη για την πρώτη θέση, είναι ένδειξη της αδυναμίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το κόμμα αυτό δεν θέλησε, μετά την ήττα του το 2019, να ασκήσει σοβαρή αυτοκριτική για τα πεπραγμένα της ηγεσίας του κατά την περίοδο 2015-19. Στην πράξη είναι σήμερα το πιο αρχηγοκεντρικό από τα τρία κόμματα που επωμίσθηκαν κατά καιρούς τη διακυβέρνηση της χώρας τον τελευταίο μισό αιώνα (π.χ. το μόνο στο οποίο ο μόνιμος την τελευταία δεκαπενταετία αρχηγός εκλέγεται ουσιαστικά «δια βοής», χωρίς συνυποψηφίους), ενώ σε επίπεδο προγράμματος δεν έχει να προσφέρει τίποτα καινούριο, ώστε να πείσει ότι, αν του δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία, θα κυβερνούσε καλύτερα από ό,τι την προηγούμενη φορά.

Γενικότερα, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ανίκανος αφενός να απαλλαγεί από τις παιδικές ασθένειες του αριστερισμού και της φραστικής υστερίας τύπου Πολάκη και αφετέρου να μαζικοποιηθεί οργανωτικά και να διευρύνει την ασθενική επιρροή του σε κρίσιμους χώρους, όπως ο συνδικαλισμός και η τοπική αυτοδιοίκηση. Επομένως, η αδυναμία του να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της «Νέας Δημοκρατίας» δεν είναι κάτι παροδικό, αλλά ανάγεται στο πολιτικό του DNA και στην αυτοτοποθέτησή του στον πολιτικό άξονα δεξιάς-αριστεράς, σε σημείο τέτοιο που δεν του επιτρέπει να διεκδικήσει την εκλογική κρίσιμη μάζα των ψηφοφόρων του μεσαίου χώρου. Αργά ή γρήγορα η αδυναμία αυτή θα γίνει αντιληπτή από τους πολυάριθμους πρώην ψηφοφόρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ., οι οποίοι μετακινήθηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ το 2012-15, και θα τους ωθήσει να σκεφθούν την επιστροφή τους στον πολιτικό χώρο της προέλευσής τους.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ./ΚΙΝ.ΑΛ. έχει μπει σε μια τροχιά ουσιαστικής ανανέωσης μετά την εκλογή στην ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη τον Δεκέμβριο του 2021 και το κομματικό συνέδριο του Μαΐου 2021 που επικύρωσε τον προοδευτικό πολιτικό του προσανατολισμό, σε αντιδιαστολή τόσο προς τη δεξιά (Ν.Δ.) όσο και προς την αριστερή (ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) εκδοχή συντήρησης του πελατειακού κράτους. Η προοδευτική πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ./ΚΙΝ.ΑΛ., η οποία θα εξειδικευθεί σύντομα στο υπό τελική επεξεργασία αναλυτικό πρόγραμμά του, με κύρια προτάγματα την αξιοκρατία, την οικονομική ανάπτυξη σε συνδυασμό με κοινωνική δικαιοσύνη/αναδιανομή και τη δημογραφική αναγέννηση της χώρας, ανοίγει ένα παράθυρο ελπίδας για το μέλλον. Η σθεναρή αλλά και ψύχραιμη στάση του απέναντι στην αντιδημοκρατική εκτροπή των τηλεφωνικών υποκλοπών σε βάρος του αποτελεί εξάλλου ένα πρώτο δείγμα της ετοιμότητάς του να αναλάβει με σοβαρό και υπεύθυνο τρόπο το μερίδιο της ευθύνης που θα του αναθέσει ο ελληνικός λαός για την αλλαγή πορείας της χώρας. 


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2022

Στο εκλογικό σώμα η ευθύνη να τεθεί το αντιδημοκρατικό κόμμα εκτός Βουλής, άρθρο μου στα ΝΕΑ 8.10.2022

Η παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. καθιερώνει το πολιτικό δικαίωμα κάθε ψηφοφόρου να ιδρύει ή να συμμετέχει σε πολιτικό κόμμα, με την προσθήκη ότι η οργάνωση και δράση του τελευταίου “οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος”. Περιορισμούς του δικαιώματος καθιερώνει, για συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων (δημόσιους υπαλλήλους κλπ.), η παρ. 3 του άρθρου 29 Συντ. Αντίθετα η ρήτρα της εξυπηρέτησης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, στην παρ. 1 του άρθρου 29, δεν εμπεριέχει τέτοιον περιορισμό, ούτε παρέχει κριτήριο με βάση το οποίο κρατικά όργανα(έστω και δικαστήρια) μπορούν να απαγορεύσουν την ίδρυση κόμματος ή να διατάξουν τη διάλυση υφιστάμενου. Τούτο θα ήταν ασύμβατο όχι μόνο με την πολιτική ελευθερία ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής αρχής, αλλά και με την πρόθεση του συντακτικού νομοθέτη να αποφύγει, διαδικασίες κηδεμόνευσης της πολιτικής ζωής κατά το (αρνητικό) πρότυπο του δικτατορικού συνταγματικού κειμένου του 1968. “Ο συνταγματικός νομοθέτης, έχοντας επίγνωση της εγγενούς ρευστότητας των ρητρών περί υποχρέωσης εξυπηρέτησης ή στήριξης της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού Πολιτεύματος, μόνο κατ’ εξαίρεση τις συνόδευσε με κυρώσεις” (Δημ.Τσάτσος). Τέτοια εξαίρεση συνιστά π.χ. το άρθρο 14 παρ. 3 Συντ., το οποίο επιτρέπει την κατάσχεση εντύπου για δημοσίευμα που έχει σκοπό τη βίαιη ανατροπή του Πολιτεύματος, ενώ αντίθετα κυρώσεις δεν προβλέπονται στο άρθρο 29 παρ. 1 Συντ. Η αναγνώριση της αρμοδιότητας ενός δικαστηρίου για απαγόρευση κομμάτων θα το καθιστούσε οιονεί επικυρίαρχο ή κηδεμόνα του (θεωρητικά) κυρίαρχου λαού. Εκτός τούτου, η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι οι απαγορεύσεις αυτές είναι και αναποτελεσματικές, αφού σύντομα θα εμφανισθεί άλλο κόμμα, με διαφορετικό τίτλο και άλλα πρόσωπα στην ηγεσία του, το οποίο θα έχει παρόμοιες πολιτικές στοχεύσεις. Κατά συνέπεια, ενδεχόμενη νομοθετική πρόβλεψη προληπτικής ή κατασταλτικής απαγόρευσης πολιτικού κόμματος, δεν εναρμονίζεται προς το ισχύον Σύνταγμα. Τίποτα βέβαια δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, τα ίδια φυσικά πρόσωπα, που ιδρύουν ένα πολιτικό κόμμα και συγκροτούν την ηγετική του ομάδα, να συμμετέχουν ταυτόχρονα σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη αδικημάτων βίας και απώτερο σκοπό την ανατροπή του πολιτεύματος και την επιβολή αυταρχικού καθεστώτος. Το ενδεχόμενο αυτό αντιμετωπίζεται επαρκώς από τις ισχύουσες ποινικές διατάξεις σχετικά με τις προσβολές του δημοκρατικού πολιτεύματος (άρθρα 134 επ. ΠΚ), τα εγκλήματα κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας κ.ο.κ..Από νομική άποψη όμως το πολιτικό κόμμα,αφενός, και η εγκληματική οργάνωση, αφετέρου, είναι διακριτά συλλογικά μορφώματα, έστω και αν στελεχώνονται από τα ίδια φυσικά πρόσωπα. Σημειωτέον εξάλλου ότι το δικαίωμα του εκλέγεσθαι μπορεί να περιορισθεί ως συνέπεια ποινικής καταδίκης μόνο αν αυτή είναι αμετάκλητη (άρθρα 51 παρ. 3 και 55 παρ. 1 Συντ.). Αρμόδια να κρίνουν την εγκληματική οργάνωση είναι επομένως τα ποινικά δικαστήρια, ενώ η αρμοδιότητα και η ευθύνη να θέσει το αντιδημοκρατικό κόμμα εκτός Βουλής ανήκει στο εκλογικό σώμα.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Διαρκής παραβίαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ

 Το άρθρο 19 παρ.1 του Συντάγματος προστατεύει το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με κάθε άλλο τρόπο, όπως είναι ιδίως η τηλεφωνική επικοινωνία. Προσθέτει όμως ότι νόμος ορίζει τις εγγυήσεις κάτω από τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Παρόμοιες είναι και οι διατάξεις του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ο σχετικός ν. 2225/1994 προβλέπει στο άρθρο 3 τη διαδικασία άρσης του απορρήτου (με αίτηση δημόσιας αρχής προς τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών), χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω σε τι συνίσταται η «εθνική ασφάλεια». Η συνταγματική έννοια της τελευταίας πάντως είναι προφανώς στενότερη από εκείνη της δημόσιας τάξης (όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο18 παρ.3 Συντ. για να οριοθετήσει τις περιπτώσεις επίταξης πραγμάτων από το κράτος) ή της δημόσιας ασφάλειας (η ύπαρξη κινδύνου για την τελευταία δικαιολογεί την απαγόρευση δημόσιας συνάθροισης κατ’ άρθρο 11 παρ.2 Συντ.), περιλαμβάνοντας αποκλειστικά ό,τι αναφέρεται στην προάσπιση της χώρας έναντι εξωτερικών κινδύνων (βλ. Κ. Χρυσόγονου/ Σ. Βλαχόπουλου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 4η έκδ. 2017, σ.301). Στην πράξη όμως εκδίδεται ένας υπέρμετρος αριθμός εισαγγελικών διατάξεων άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου (άνω των 20.0000 ετησίως, σύμφωνα με τις Εκθέσεις Πεπραγμένων της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών) ύστερα από αιτήσεις της Ε.Υ.Π προς τον ενσωματωμένο (!) σ’ αυτήν Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος καταντά έτσι ν’ ασκεί κατ’ ουσία διοικητικά καθήκοντα, παραβιάζοντας και την απαγόρευση του άρθρου 89 παρ. 3 Συντ. Ο αριθμός των διατάξεων αυτών διογκώνεται τα τελευταία χρόνια ως κακοήθης όγκος, χωρίς να υφίσταται καμία απολύτως διαδικαστική εγγύηση και χωρίς να ενημερώνονται έστω και εκ των υστέρων οι στόχοι της παρακολούθησης, ακόμη και αν δεν έχει προκύψει κανένα αποτέλεσμα από εκείνη. Συντελείται έτσι διαρκής παραβίαση τόσο του Συντάγματος όσο και της ΕΣΔΑ.