Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Άμεση προσφυγή στις κάλπες


Δημοσιευμένο άρθρο του Κώστα Χρυσόγονου στην εφημερίδα «ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» 03/02


Η διαδικασία κύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών προκάλεσε ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό, με κυριότερη βέβαια την διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, μετά την αποχώρηση του μικρότερου εταίρου. Παρά ταύτα η κυβέρνηση εξασφάλισε στις 17.1.2019 ανανέωση της εμπιστοσύνης της Βουλής, με τις ψήφους των 145 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και την προσθήκη έξι ανεξάρτητων, προερχόμενων από τρία διαφορετικά κόμματα (ΝΔ, ΑΝΕΛ, Ποτάμι).

Αυτό το αμάλγαμα των 151 βουλευτών, εκλεγμένων το 2015 με πέντε διαφορετικά κόμματα (αφού στους 145 του ΣΥΡΙΖΑ συγκαταλέγεται και μια βουλευτής προερχόμενη από «Ένωση Κεντρώων»), καλύπτει, έστω και οριακά, τις απαιτήσεις του άρθρου 84 του Συντάγματος σχετικά με την εμπιστοσύνη της Βουλής στην κυβέρνηση. Η τελευταία όμως στερείται πια της απαραίτητης, με βάση τα δημοκρατικά ήθη, λαϊκής εντολής.

Τον Ιανουάριο του 2015 το εκλογικό σώμα (με τη βοήθεια και του εκλογικού συστήματος) είχε δώσει στον Αλέξη Τσίπρα όχι την εντολή να κυβερνήσει μόνος του τη χώρα, αλλά απλώς την ευχέρεια επιλογής (ελάσσονος) κυβερνητικού εταίρου. Τον Σεπτέμβριο του 2015, αφού ήταν πια δεδομένο ότι ο εκλεκτός του ήταν ο Πάνος Καμμένος, η λαϊκή εντολή δόθηκε στους δύο αυτούς πολιτικούς αρχηγούς προκειμένου να συγκυβερνήσουν, έστω και ως ασύμμετροι εταίροι. Μετά την αποχώρηση Καμμένου λαϊκή εντολή δεν υπάρχει πια.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο πρωθυπουργός διέθεταν δημοκρατική ευαισθησία, όπως πολλαπλώς διαφημίζουν, θα έπρεπε να είχαν προκαλέσει βουλευτικές εκλογές πριν προχωρήσει η διαδικασία κύρωσης των Πρεσπών. Ακριβώς αυτή την περίπτωση φωτογραφίζει το άρθρο 41 του Συντάγματος, κάνοντας λόγο για δυνατότητα κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης να δρομολογήσει την «ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας». Η συνταγματική «δυνατότητα» θα έπρεπε να είχε μεταφρασθεί σε ηθική υποχρέωση, πολύ περισσότερο όταν το ζήτημα των Σκοπίων δεν είχε αποτελέσει καν αντικείμενο διαλόγου στην προεκλογική περίοδο του 2015 και οι επ’ αυτού προγραμματικές θέσεις ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ απείχαν παρασάγγας μεταξύ τους.

Αντί για εκλογές όμως, η μονοκομματική πια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο προχώρησε στην εισαγωγή του κυρωτικού νομοσχεδίου στη Βουλή και στη δημοσίευση του σχετικού νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (μετά την υπερψήφισή του από 153 βουλευτές), αλλά διακηρύσσει απτόητη την πρόθεσή της να συνεχίσει έως τη λήξη της τετραετίας. Προβάλει μάλιστα τη δικαιολογία ότι θέλει να ψηφισθούν στο επόμενο διάστημα διάφορα «φιλολαϊκά» (ή ψηφοθηρικά, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός) νομοσχέδια και να διαπιστωθεί η ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος από την παρούσα Βουλή. Όλα αυτά όμως θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν μέσα στον επόμενο ένα έως ενάμισυ μήνα και πάντως δεν αναιρούν το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης από το οποίο πάσχει πια η κυβέρνηση.

Ο πρωθυπουργός μας διαβεβαιώνει κατηγορηματικά ότι οι δημοσκοπήσεις θα διαψευσθούν και ότι ο λαός θα του εμπιστευθεί τη διακυβέρνηση της χώρας για μια ακόμη τετραετία. Αν αληθινά το πιστεύει, έχει έρθει η ώρα να το αποδείξει εμπράκτως, με την άμεση προσφυγή στις κάλπες.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Γραπτή ερώτηση του Κώστα Χρυσόγονου για τον δυσανάλογο καταμερισμό του βάρους των μεταναστευτικών ροών στα κράτη-μέλη της ΕΕ


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Βρυξέλλες, 31/01/2019


Ο ευρωβουλευτής Κώστας Χρυσόγονος κατέθεσε γραπτή ερώτηση στην Κομισιόν επιχειρώντας να θίξει τον δυσανάλογο καταμερισμό βάρους των μεταναστευτικών ροών που επωμίζεται η Ελλάδα σε σύγκριση με τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Το πλήρες κείμενο της γραπτής ερώτησης έχει ως εξής:

«Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση - αναλογικά με το ΑΕΠ και τον πληθυσμό της - ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ στην υποδοχή και επεξεργασία αιτημάτων ασύλου μεταναστών και προσφύγων για το 2018. Μόνο το 2018 στην Ελλάδα υποβλήθηκαν 61.250 αιτήσεις ασύλου, ενώ σε χώρες με πολλαπλάσιο πληθυσμό συγκριτικά με την Ελλάδα, όπως η Γερμανία, κατατέθηκαν 171.555 αιτήματα, στη Γαλλία 104.290 και στην Ιταλία 63.455 [1]. Εκτιμάται εξάλλου ότι πάνω από 70.000 αιτούντες άσυλο αλλά και αναγνωρισμένοι πρόσφυγες βρίσκονται στις ελληνικές δομές φιλοξενίας. Κατά τα έτη 2017-18 έφτασαν στην Ελλάδα πάνω από 45.000 πρόσφυγες και μετανάστες, ενώ στην Ιταλία 23.037 και στην Ισπανία 60.643 [2]. Ωστόσο οποιαδήποτε πιθανότητα για αναμόρφωση του κανονισμού του Δουβλίνου, η οποία θα συμπεριλαμβάνει καταμερισμό των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων στα κράτη-μέλη της ΕΕ, αναλογικά με το πληθυσμιακό τους μέγεθος και τις οικονομικές τους δυνατότητες, αναβάλλεται διαρκώς προς το άδηλο μέλλον [3]. Την ίδια ώρα η προβληματική αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών στην Ευρώπη υπολογίζεται ότι κοστίζει τουλάχιστον 38 ως 60 δισ. ευρώ στην ΕΕ [4].

Ερωτάται η Επιτροπή:
Πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει το ανωτέρω ζήτημα, ώστε να επιτευχθεί δικαιότερος καταμερισμός των αιτούντων άσυλο, αλλά και στην υποδοχή και φιλοξενία των προσφύγων στα κράτη-μέλη της ΕΕ;»

________________________________________

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Ομιλία του Κ. Χρυσόγονου στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου για την 23η επέτειο της τραγωδίας των Ιμίων


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Βρυξέλλες, 30/01/2019


Στη σημερινή συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες ο ανεξάρτητος ευρωβουλευτής Κώστας Χρυσόγονος έλαβε το λόγο για να υπενθυμίσει στο σώμα τη θλιβερή 23η επέτειο της τουρκικής πειρατικής επιχείρησης στις βραχονησίδες Ίμια και να υπογραμμίσει την ανάγκη δημιουργίας κοινής ευρωπαϊκής ασπίδας απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Συγκεκριμένα η τοποθέτηση του ευρωβουλευτή έχει ως εξής:

«Σαν σήμερα πριν από 23 χρόνια, τουρκική στρατιωτική δύναμη αποβιβάστηκε στην ελληνική βραχονησίδα Μικρή Ίμια, φέρνοντας τις δύο χώρες στα πρόθυρα πολέμου, ενώ ελληνικό ελικόπτερο κατέπεσε στην περιοχή, με αποτέλεσμα τον θάνατο των τριών στρατιωτικών που επέβαιναν σ’ αυτό. Η θλιβερή αυτή επέτειος υπογραμμίζει το γεγονός ότι όπως τότε, έτσι και τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση στερείται μιας επαρκούς κοινής εγγύησης των συνόρων της και μιας αντίστοιχης κοινής αμυντικής υποδομής. Αυτή η τεράστια έλλειψη υπονομεύει την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είναι οξύμωρο να κάνουμε λόγο για Ένωση και την ίδια στιγμή να αφήνονται ουσιαστικά μόνα και απροστάτευτα τα κράτη-μέλη της απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Τα ελληνοτουρκικά σύνορα στο Αιγαίο και τον Έβρο είναι ταυτόχρονα ευρωτουρκικά σύνορα και η ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας πρέπει να γίνει κοινή υπόθεση όλων των κρατών-μελών μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης».

Ψήφιση της νομοθετικής πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 469/2009 περί του συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Βρυξέλλες, 30/01/2019


Δημοσιεύτηκε (28.01.19) το τελικό κείμενο της έκθεσης σχετικά με την πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 469/2009 περί του συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα (SPC) που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων [1]. Ο Κώστας Χρυσόγονος ως σκιώδης εισηγητής στην εν λόγω πρόταση εκ μέρους της Ευρωομάδας GUE/NGL κατέθεσε και στήριξε τροπολογίες προς την ενίσχυση της φαρμακευτικής βιομηχανίας και των σχετικών θέσεων εργασίας στην Ελλάδα και την ΕΕ και στην αποτροπή μετεγκαταστάσεων φαρμακευτικών βιομηχανιών και εργαζομένων σε τρίτες χώρες. Οι εν λόγω τροπολογίες ψηφίστηκαν από την Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων και ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο της νομοθετικής πρότασης που σύντομα αναμένεται να ψηφιστεί από την Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου. Η εν λόγω πρόταση εκτιμάται ότι θα ωφελήσει πέρα από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στον φαρμακευτικό κλάδο και τους κρατικούς προϋπολογισμούς για την υγειονομική περίθαλψη, αλλά και γενικά τους ασθενείς, καθώς θα διευκολυνθεί η πρόσβασή τους σε φθηνότερα, υψηλής ποιότητας φάρμακα.

________________________________________

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

Ψυχραιμία και περισυλλογή


Δημοσιευμένο άρθρο του Κώστα Χρυσόγονου στην εφημερίδα Thessnews 26/01


Η κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα και εγκυμονεί διάφορους κινδύνους για τη χώρα. Το πιο άμεσο αποτέλεσμα, πέρα βέβαια από την είσοδο της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ, θα είναι η έναρξη μιας διαδικασίας μετονομασίας διαφόρων εμπορικών επωνυμιών για λόγους αποφυγής σύγχυσης, όπως προβλέπει η συμφωνία. Κάτι τέτοιο προοιωνίζεται ταπεινωτικό και επώδυνο για την ελληνική πλευρά. 

Πιο μακροπρόθεσμα, ακόμα και καλόπιστοι αλλά απληροφόρητοι τρίτοι θα διερωτώνται σχετικά με την ύπαρξη «νότιας» Μακεδονίας (αφού θα υπάρχει Βόρεια), όπου λογικά κατοικούν «Μακεδόνες» και ομιλείται η «μακεδονική» γλώσσα, οπότε γιατί να μην τους αναγνωριστούν μειονοτικά, γλωσσικά κ.λ.π. δικαιώματα; Ήδη διάφορες σχετικές προσεγγίσεις και τακτικές έχουν κάνει την εμφάνισή τους στο γειτονικό κράτος, γεγονός το οποίο αφήνει να εννοηθεί ότι οι έχοντες την εξουσία στα Σκόπια θα αισθάνονται απελευθερωμένοι να δράσουν με βάση τα συμφέροντά τους, κρυπτόμενοι κάτω από την ασφάλεια της ΝΑΤΟϊκής «ομπρέλας». 

Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι όμως η περαιτέρω όξυνση, με αφορμή το θέμα αυτό, της έτσι κι αλλιώς τοξικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της χώρας μας. Εκείνο που χρειάζεται αυτή τη στιγμή είναι να πέσουν οι τόνοι από όλες τις πλευρές και να υπάρξει ψυχραιμία και περισυλλογή. Ούτως ή άλλως πλησιάζουν πολλαπλές εκλογικές αναμετρήσεις εντός του 2019, στις οποίες οι ψηφοφόροι θα κληθούν να λάβουν τις αποφάσεις τους για το μέλλον του τόπου και τούτο πρέπει να γίνει με σεβασμό στις συνταγματικές διαδικασίες. Η δημιουργία ενός οιονεί εμφυλιοπολεμικού κλίματος επιδεινώνει ακόμα περισσότερο την ήδη πολύ δύσκολη κατάσταση της χώρας και γι’ αυτό πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί, με τη συμβολή όλων των πολιτικών δυνάμεων του συνταγματικού τόξου.

Η κυβέρνηση έχει έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης


Συνέντευξη του Κώστα Χρυσόγονου στο Liberal.gr


Η συμφωνία των Πρεσπών προκάλεσε μια σειρά ανακατατάξεων στο πολιτικό σύστημα ως προς τα μικρότερα κόμματα. Θα υπάρξει κάποια περαιτέρω εξέλιξη;
Δεν μπορώ να ξέρω ποιες θα είναι οι μορφές που θα πάρει το πολιτικό σκηνικό ειδικά σε ο,τι αφορά τα μικρά κόμματα, τα οποία και έγιναν κατά κάποιον τρόπο θύματα της συμφωνίας των Πρεσπών. Εκείνο που ξέρω είναι ότι ήδη υπάρχει ογκώδες έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης σε ό,τι αφορά τη διακυβέρνηση της χώρας.

Δηλαδή;
Η λαϊκή εντολή τον Σεπτέμβριο του 2015 δεν είχε δοθεί στον κ. Τσίπρα για να κυβερνήσει μόνος του. Είχε δοθεί στον κ. Τσίπρα και στον κ. Καμμένο, με τον οποίο ήδη συνεργαζόταν και μάλιστα με το χαμηλότερο ποσοστό, αθροιστικά των δύο κομμάτων, που εμφανίσθηκε σε οποιαδήποτε εκλογική αναμέτρηση από την μεταπολίτευση και μετά. Αθροιστικά το ποσοστό των δύο κομμάτων ήταν περίπου στο 39%, αλλά τώρα στην κυβέρνηση απέμεινε ο ΣΥΡΙΖΑ που είχε λάβει ένα ποσοστό κοντά στο 35%. Σήμερα μάλιστα αν γινόντουσαν εκλογές, βάσει και των δημοσκοπήσεων, θα ελάμβανε πολύ λιγότερο. Αυτό σημαίνει ογκωδέστατο έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης για την κυβέρνηση της χώρας. Ο κ. Τσιπρας πολύ απλά δεν έχει λαϊκή εντολή να συνεχίσει να κυβερνάει.
Πρέπει να ζητήσει ανανέωση της εντολής από τον ελληνικό λαό και αν όπως λέει πιστεύει πως οι δημοσκοπήσεις θα διαψευσθούν ας το αποδείξει στην πράξη. Και να πάψει να κρύβεται πίσω από τη ψήφο της κ. Παπακώστα και της κ. Κουντουρά.

Παρά το γεγονός αυτό όμως επιλέγει να συνεχίσει να κυβερνά. Και κάνει λόγο για άνοιγμα στο κέντρο προσπαθώντας να διαγράψει και τη σχέση με τους ΑΝΕΛ.
Ας κάνει όποιο άνοιγμα θέλει. Ας βρει όποιους πρόθυμους θέλει, να συμπορευθούν μαζί του στις εκλογές, ας ψηφίσει και όποιους νόμους θέλει με αυτή την πλειοψηφία – κολάζ, η αντιπολίτευση τη λέει κουρελού, που διαθέτει στη Βουλή. Όμως πρέπει να πάει άμεσα σε εκλογές. Ένας το πολύ ενάμισης μήνας του αρκεί για να περάσει όλα τα νομοθετήματα, τα οποία έχει εξαγγείλει πως θέλει να περάσει ακόμη και τη διαπίστωση της ανάγκης της συνταγματικής αναθεώρησης. Αμέσως μετά όμως, το αργότερο τέλη Απριλίου πρέπει να πάει σε εκλογές. Δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να κυβερνά τη χώρα. Έχει συνταγματική νομιμότητα, αλλά δεν έχει δημοκρατική νομιμοποίηση. Υπάρχει έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Εσείς πως βλέπετε τις διαδικασίες και τα περί ανοίγματος στην κεντροαριστερά; Θεωρείτε άνοιγμα στο κέντρο τη συμπόρευση, για παράδειγμα, με τις κ.κ. Κ. Παπακώστα και Κουντουρά που αναφέρατε νωρίτερα;
Όλα αυτά είναι μια απελπισμένη προσπάθεια του κ. Τσίπρα να μειώσει την έκταση της εκλογικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν αυτές, ούτως ώστε να παραμείνει σε θέση εν δυνάμει διεκδικητή της εξουσίας για τις μεθεπόμενες ή τις αμέσως επόμενες. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα πολύ αβαθές πολιτικό σχήμα με πολύ μικρό αριθμό μελών. Είναι ζήτημα αν έχει 15000 ενεργά μέλη πανελλαδικά, τη στιγμή κατά την οποία το ΚΙΝΑΛ, που διαθέτει υποπολλαπλάσιο εκλογικό μέγεθος, είδε περίπου 210.000 συμπολίτες μας να ψηφίζουν στις εσωκομματικές του εκλογές. Καταλαβαίνετε πως προσπαθεί απεγνωσμένα να ψαρέψει στα θολά νερά. Άλλωστε δεν κάνει κανένα πραγματικό άνοιγμα στην κοινωνία ή έστω στο πολιτικό σύστημα. Αυτό που κάνει είναι να αναζητά χρήσιμους ηλίθιους που θα τους χρησιμοποιήσει, θα τους στύψει σαν λεμονόκουπες και στη συνέχεια θα τους πετάξει.

Μένει πάντως κρίσιμος χώρος ελεύθερος αυτή στιγμή. Θα μπορούσε η Ν.Δ. να καλύψει το κενό στο λεγόμενο μεταρρυθμιστικό κέντρο;
Αυτό θα φανεί στις εκλογές από το αποτέλεσμα. Κοιτάξτε, αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός αναποφάσιστων που ίσως φτάνει το ένα εκατομμύριο. Υπάρχει και ένας αριθμός πολιτών που έχουν χάσει τις ελπίδες τους από το πολιτικό σύστημα, μιλάμε για περίπου δύο εκατομμύρια που δεν είχαν ψηφίσει και το 2015. Αν αυτά τα δύο μεγέθη προστεθούν θα έχουμε αποχή με ποσοστά ρεκόρ και αυτό είναι σε βάρος του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ελπίζω πως δεν θα συμβεί κάτι τέτοιο ώστε οι επόμενες εκλογές να δώσουν μια ισχυρή κυβέρνηση με ισχυρό αναπτυξιακό προσανατολισμό. Αυτό χρειάζεται η χώρα. Και όταν λέω ισχυρή κυβέρνηση δεν εννοώ οπωσδήποτε αυτοδύναμη μονοκομματική αλλά μια κυβέρνηση με ευρεία κοινωνική στήριξη και αποδοχή, που η σημερινή του κ. Τσίπρα δεν διαθέτει. Μια κυβέρνηση όπως αυτή του κ. Τσίπρα δεν μπορεί να πάει μακριά, κυρίως δεν μπορεί να κάνει μεταρρυθμίσεις σε βάθος και σε όφελος της χώρας.

Η επόμενη κυβέρνηση δηλαδή πρέπει να έχει ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα με βάση την ανάπτυξη.
Πρέπει να έχει ισχυρό αναπτυξιακό προσανατολισμό. Αυτό σημαίνει απλά να μεταρρυθμίσουμε το κράτος έτσι ώστε να γίνει φιλικό για την οικονομική ανάπτυξη. Να γίνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος του 21ου αιώνα ξεπερνώντας παθογένειες και αγκυλώσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη και από τον 19ο αιώνα και μας ταλανίζουν. Δεν λέω ότι μπορούμε να γίνουμε Δανία του Νότου, μπορούμε όμως να γίνουμε τουλάχιστον Κύπρος. Στην Κύπρο ο ίδιος λαός, Έλληνες είναι και εκεί, παράγει ένα κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν που είναι 40 % ανώτερο από εδώ. Μπορούμε να κάνουμε το ίδιο.

Είστε ένα πρόσωπο που ενεπλάκη στην πολιτική χωρίς ιδεολογικές εμμονές, αλλά με το σκεπτικό των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων.
Δυστυχώς αυτό, οι αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις, διαψεύστηκε με τον πιο οικτρό τρόπο από τα έργα και τις ημέρες του Αλέξη Τσίπρα. Δεν θέλω να προσωποποιώ τα πράγματα, αλλά δυστυχώς βλέπουμε πως ένα κόμμα σήμερα έχει καταντήσει να είναι ένας μηχανισμός προσωποπαγής και παροχής πελατειακών εξυπηρετήσεων. Έχει γίνει πιο παλιό από το Παλιό πολιτικό σύστημα που κατηγορούσε ο κ. Τσιπρας και στελέχη που βρίσκονται δίπλα του, κατηγορούσαν και υπόσχονταν πως θα ανανέωναν.

Θα βοηθούσατε σε μια προσπάθεια μεταρρυθμίσεων;
Δεν έχω χάσει τα πολιτικά μου δικαιώματα. Αν κάποια στιγμή εκτιμήσω πως μπορώ να συμβάλλω σε μια κοινή προσπάθεια, με έστω έχει στοιχειώδη εχέγγυα για να αλλάξει σελίδα ο τόπος θα το κάνω. Τώρα πάντως προέχει η αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η χώρα αργοπεθαίνει. Πρέπει κάτι να κάνουμε. Όλοι. Δεν μπορούμε να παρακολουθούμε απαθείς την πορεία αυτή, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην οικονομία με τη στασιμότητα, το δημογραφικό και την υπογεννητικότητα, τη φυγή των νέων. Φοβάμαι ότι το μέλλον του ελληνισμού στην φυσική του κοιτίδα μακροπρόθεσμα σε βάθος δεκαετιών τίθεται σε αμφισβήτηση.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Όλοι γνωρίζουν πως το ελληνικό πρόβλημα θα επανέλθει με μεγαλύτερη οξύτητα


Συνέντευξη του Κώστα Χρυσόγονου στη “Free Sunday” 18/01


Η κυβέρνηση έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Κατ’ αρχάς θα ήθελα τη γνώμη σας επί της διαδικασίας. Θεωρείτε ότι έστεκε συνταγματικά;
Σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 1 του Συντάγματος, η κυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής εντός δεκαπενθημέρου από την ορκωμοσία της και δικαιούται να τη ζητάει και οποτεδήποτε άλλοτε. Άρα από συνταγματική άποψη δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.

Με δεδομένο ότι ο ένας από τους δύο κυβερνητικούς εταίρους αποχώρησε από την κυβέρνηση, τι είδους κυβερνητικό σχήμα έχουμε πλέον – μειοψηφίας, ανοχής, κάτι άλλο;
Εφόσον η κυβέρνηση συγκέντρωσε την εμπιστοσύνη 151 βουλευτών, δεν πρόκειται για τίποτε απ’ όλα αυτά (άλλωστε και λιγότερους να διέθετε, δεν θα δημιουργούνταν συνταγματικό πρόβλημα, εφόσον οι ψηφίσαντες υπέρ της αποτελούσαν πάντως την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων). Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ότι η αποδοχή της από την ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όπως διαφαίνεται όχι μόνο από τις δημοσκοπήσεις αλλά και από τα αποτελέσματα σε επίπεδο εργατικών σωματείων, φοιτητικών εκλογών κ.λπ. τα τελευταία χρόνια. Αυτό όμως μάλλον δεν ενοχλεί ιδιαίτερα τον πρωθυπουργό και τους συνεργάτες του. Αντίθετα, μάλιστα, τους δίνει ισχυρό κίνητρο για να προσπαθήσουν να εξαντλήσουν την τετραετία.

Εκτιμάτε ότι μετά την ψήφο εμπιστοσύνης ο κ. Τσίπρας θα πετύχει τον στόχο του για εκλογές στο τέλος της τετραετίας;
Ανεξάρτητα από αυτά που λέει δημόσια, εκτιμώ ότι ο πρωθυπουργός θα πάρει τις τελικές του αποφάσεις για τον χρόνο διεξαγωγής των εθνικών εκλογών περί τις αρχές Απριλίου. Αν τότε τα προγνωστικά των δημοσκοπήσεων για τις ευρωεκλογές δείξουν βαριά ήττα, είναι αρκετά πιθανό να επισπεύσει τις εθνικές εκλογές, προκειμένου να μην επιδεινώσει κι άλλο τις προοπτικές του και γι’ αυτές. Αν, αντίθετα, φανεί ότι με τις διάφορες ψηφοθηρικές παροχές ανακάμπτει κάπως, τότε θα εξαντλήσει και την τελευταία ώρα που μπορεί να παραμείνει στο Μέγαρο Μαξίμου.

Η κυβέρνηση δέχεται κριτική περί «απονομιμοποίησής» της μετά και την αποχώρηση των ΑΝΕΛ από το κυβερνητικό σχήμα. Προς τι, κατά τη γνώμη σας, η προσπάθεια να παρατείνει τον βίο της;
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μετασχηματιστεί τα τελευταία χρόνια σε έναν αρχηγοκεντρικό πελατειακό μηχανισμό που επιβιώνει και μένει ενωμένος χάρη στη νομή της εξουσίας. Βέβαια την επομένη της εκλογικής ήττας η τελευταία πρέπει να αντικατασταθεί, ως συγκολλητική ύλη, από μια κάποια προοπτική μελλοντικής επανόδου στην εξουσία και γι’ αυτό η ήττα πρέπει να μείνει μέσα σε όρια που θα την καθιστούν διαχειρίσιμη για τον κ. Τσίπρα. Οι κινήσεις του θα καθοριστούν από τις δύο αυτές παραμέτρους.

Μετά την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα προχωρήσει στη διαδικασία κύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Θεωρείτε ότι δικαιούται νομικά και «ηθικά» να το κάνει;
Νομικά ασφαλώς το δικαιούται και θα το κάνει. Από άποψη πολιτικής ηθικής, όμως, η εκ των πραγμάτων αμετάκλητη δέσμευση της χώρας σε μια διεθνή συμφωνία επί κρίσιμου εθνικού ζητήματος από μια κυβέρνηση και μια Βουλή που διανύουν τους τελευταίους μήνες της θητείας τους είναι επιλήψιμη και κατακριτέα. Και τούτο, μάλιστα, ακόμα περισσότερο όταν η λαϊκή εντολή προς τον ΣΥΡΙΖΑ (έστω με το 35% των ψήφων και τη βοήθεια εκλογικού συστήματος και Καμμένου) τον Σεπτέμβριο του 2015 δεν είχε ως αντικείμενο το ζήτημα των Σκοπίων, το οποίο δεν αποτέλεσε καν αντικείμενο προεκλογικού διαλόγου, αλλά τα οικονομικά προβλήματα της χώρας.

Έχετε εκφράσει επιφυλάξεις για τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ. Ποιες είναι αυτές;
Η σύνθετη ονομασία erga omnes αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά η ταυτόχρονη αναγνώριση εκ μέρους μας «μακεδονικής» εθνικότητας και γλώσσας (η οποία σημειωτέον είναι ανύπαρκτη, αφού στα Σκόπια ομιλείται μια βουλγαρική διάλεκτος) δημιουργεί μακροπρόθεσμους κινδύνους. Θα μπορούσε π.χ. να διερωτηθεί κάποιος καλόπιστος αλλά απληροφόρητος τρίτος, αφού υπάρχει κράτος με την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» και περιοχή άλλου κράτους (δηλ. της Ελλάδας) η οποία προφανώς είναι η «νότια» Μακεδονία, όπου λογικά κατοικούν «Μακεδόνες» και ομιλείται η «μακεδονική» γλώσσα, τότε γιατί να μην τους αναγνωριστούν μειονοτικά, γλωσσικά κ.λπ. δικαιώματα; Άλλωστε ο κ. Ζάεφ από τώρα, πριν καν «στεγνώσει το μελάνι» στις Πρέσπες, άρχισε να δίνει τέτοιες ερμηνείες. Σκεφτείτε τι θα είναι ικανοί να κάνουν στο μέλλον οι διάδοχοί του, όταν η χώρα αυτή θα είναι και μέλος του ΝΑΤΟ με δικαίωμα αρνησικυρίας (veto) στις αποφάσεις.

Για να αλλάξουμε θέμα, φέτος είναι μια εκλογική χρονιά, με τις ευρωεκλογές να έρχονται στα τέλη Μαΐου. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το διακύβευμά τους για την Ε.Ε. και ποιο για την Ελλάδα;
Το διακύβευμα για την Ένωση είναι να υπάρξει ένα νέο Ευρωκοινοβούλιο το οποίο θα μπορεί να συμβάλει στη μετεξέλιξή της σε ένα σχήμα πιο συνεκτικό και πιο λειτουργικό. Το διακύβευμα για την Ελλάδα σχετίζεται κυρίως με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, αφού σε περίπτωση κατά την οποία οι εθνικές εκλογές δεν διεξαχθούν ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών θα επηρεάσει καθοριστικά την πολιτική νομιμοποίηση, τις εκλογικές προοπτικές και εντέλει και τα περιθώρια ελιγμών της σημερινής κυβέρνησης.

Ως ευρωβουλευτής, έχετε καλύτερη αντίληψη για το πώς οι Ευρωπαίοι εταίροι μας αντιμετωπίζουν τη χώρα. Ποια είναι η άποψή τους για την Ελλάδα και τον πολιτικό κόσμο της;
Είναι ότι πρόκειται για μια προβληματική χώρα. Προς το παρόν, όμως, προτιμούν, για τους δικούς τους λόγους, να προσποιούνται πως τα προβλήματα της χώρας αυτής (που καθίστανται σε κάποιον βαθμό και προβλήματα του κοινού οικοδομήματος) βρίσκονται σε πορεία επίλυσης. Κατά βάθος όλοι γνωρίζουν πως το ελληνικό πρόβλημα θα επανέλθει με μεγαλύτερη οξύτητα μετά από μερικά χρόνια.