Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Η Ρίζα του Κακού.


Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών στις 4/4/2014.

Η υπόθεση Μπαλτάκου προκάλεσε ίσως έκπληξη στην κοινή γνώμη, την οποία παραπληροφορούν συστημματικά τα μέσσα  μαζικής αποχαύνωσης. Στην πραγματικότητα όμως τίποτε από αυτά που καταγράφονται στη μαγνητοσκοπημένη συνομιλία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη δεν είναι καινοφανές.
Η εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, κυρίως κατά αλλοδαπών, αλλά και η στόχευσή της να ανατρέψει βίαια το πολίτευμα, αν της δοθεί κάποια στιγμή η ευκαιρία, προκειμένου να επιβάλει ένα καθεστώς παρόμοιο με εκείνο της απριλιανής δικτατορίας, ανάμεικτο και με εθνικοσοσιαλιστικά στοιχεία, ήταν γνωστές από χρόνια τόσο στην κυβέρνηση όσο κι τους διωκτικές αρχές. Δεδομένη ήταν και η απάθεια, αν μη και η ανοχή, με την οποία αντιμετωπιζόταν το φαινόμενο έως τη στιγμή τους δολοφονίας Φύσσα. Το μόνο νέο στοιχείο τώρα είναι η οικειότητα μεταξύ του alter ego του πρωθυπουργού, αφενός, και του υπαρχηγού-πρωτοπυγμάχου τους Χρυσής Αυγής, αφετέρου, που καθίσταται εμφανής στη μαγνητοσκοπημένη συνομιλία τους και υπονοεί μακρά και διαρκή προϊστορία πολιτικών επαφών μεταξύ τους.
Εξάλλου και η προδιάθεση τους κυβέρνησης για χειραγώγηση τους Δικαιοσύνης δεν αποκαλύπτεται τώρα για πρώτη φορά. Ο σημερινός υπουργός Δικαιοσύνης ήταν Αρεοπαγίτης και ταυτόχρονα Πρόεδρος τους Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων έως την άνοιξη του 2012, όταν ο αρχηγός τους «Τους Δημοκρατίας» ουσιαστικά τον διόρισε βουλευτή, τοποθετώντας τον σε εκλόγιμη θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας. Μια τέτοια κίνηση προφανώς δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ξαφνικού πολιτικού «έρωτα» μεταξύ τους, αλλά αντίθετα υποδηλώνει ότι η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος είχε από καιρό άτυπους διαύλους επικοινωνίας και σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης με ένα τουλάχιστον πρόσωπο-κλειδί από τον χώρο τους Δικαιοσύνης.
Η μαγνητοσκόπηση που είδε το φως τους δημοσιότητας είναι βέβαια προϊόν αξιόποινης υποκλοπής, αλλά τούτο δεν μειώνει τους διαστάσεις του πολιτικού ζητήματος το οποίο προκύπτει. Έστω και αν μέρος τους «εξομολόγησης» Μπαλτάκου είναι προϊόν μυθοπλασίας (πάντως οι εμπλεκόμενοι υπουργοί θα όφειλαν τουλάχιστον να τον καταμηνύσουν άμεσα για συκοφαντική δυσφήμιση αν ίσχυε κάτι τέτοιο), γεγονός παραμένει ότι η εισαγγελία του Αρείου Πάγου «ανακάλυψε» την ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης και τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή μόνο όταν τους επέστησε την προσοχή ο μέγας νομοκάνων υπουργός «Προστασίας του Πολίτη». Και το χειρότερο είναι πως όλα αυτά κινδυνεύουν να ηρωοποιήσουν τους νεοναζιστές  στα μάτια πολλών αφελών και έτσι να ενισχύσουν τελικά ακόμη περισσότερο την απειλητική τους παρουσία.
Σε κάθε περίπτωση, η ρίζα του κακού είναι η βίαιη πτωχοποίηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας στην εποχή των μνημονίων, η οποία ωθεί πολλούς απελπισμένους στην αγκαλιά του τέρατος. Η ανακοπή της πτωχοποίησης προϋποθέτει μια εκ βάθρων αλλαγή πολιτικής και αυτή δεν μπορεί να υλοποιηθεί από τη μνημονιακή συγκυβέρνηση. Είναι επιτακτική ανάγκη για τη χώρα η διεξαγωγή εθνικών εκλογών στο συντομότερο δυνατό χρόνο. 

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Η χρηματοδότηση των κομμάτων.


Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Έθνος στις 31/3/2014.

Η μνημονιακή συγκυβέρνηση δεν διστάζει να παραβιάσει το Σύνταγμα προκειμένου να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες. Και τούτο παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα αυτό το θέσπισαν ακριβώς τα κόμματα της συγκυβέρνησης, το 1975, το 1986 και το 2001.
Ο "σεβασμός" τον οποίο επιδεικνύουν στον θεμελιώδη νόμο της χώρας είναι ευθέως ανάλογος προς τον σεβασμό τους στις προεκλογικές τους υποσχέσεις (π.χ. στα "λεφτά" που υπήρχαν το 2009 ή στην "επαναδιαπραγμάτευση" του 2012). Το τελευταίο δείγμα του είδους είναι η πρόθεσή τους, που εξαγγέλθηκε μέσω διαρροής σε κυριακάτικη εφημερίδα στις 23.3.2014, να καταργήσουν ουσιαστικά την κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων. Η χρηματοδότηση αυτή έχει ήδη μειωθεί δραστικά, από τα 55 εκατομμύρια ευρώ το 2010 στα 20 εκατομμύρια το 2013. Τώρα σχεδιάζουν τη νέα μείωσή της στο μισό, δηλαδή 10 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, σε μια επίδειξη λαϊκισμού.
Το άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος όμως προβλέπει ότι τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το κράτος, όπως νόμος ορίζει. Ο νόμος αυτός μπορεί ασφαλώς και να μειώνει την κρατική ενίσχυση, όχι όμως μέχρι το σημείο της εξαφάνισης ή της πλήρους αποδυνάμωσής της.
Τέτοια πλήρη αποδυνάμωση θα συνιστούσε η μείωση της χρηματοδότησης κατά περίπου 82%, από τα 55 εκατ. ευρώ στα 10, αφού έτσι θα μείνουν προφανώς ακάλυπτα ακόμη και τα στοιχειώδη λειτουργικά έξοδα των κομμάτων. Η κρατική χρηματοδότηση προβλέφθηκε στο Σύνταγμα προκειμένου τα κόμματα να απεξαρτηθούν, έστω κατά ένα μέρος, από τους ιδιώτες χρηματοδότες.
Αν η χρηματοδότηση καταργηθεί ή συρρικνωθεί στο έπακρο, η εξάρτηση θα ενταθεί και παράλληλα θα καταστούν ακόμη πιο άνισοι οι όροι του πολιτικού ανταγωνισμού, αφού πιθανότατα το ιδιωτικό κεφάλαιο θα κατευθυνθεί στην ενίσχυση των μνημονιακών δυνάμεων.

Οσο για τις τράπεζες, που έχουν δανείσει περίπου 250 εκατομμύρια ευρώ στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ, η βέβαιη μετά την περικοπή της χρηματοδότησης αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων θα αντισταθμισθεί προφανώς με "ανακεφαλαιοποίηση" με κρατικό χρήμα. Εύγε και εις ανώτερα.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Οι τράπεζες σε ιδιώτες έναντι πινακίου φακής.

Αναδημοσίευση από Εφημερίδα Συντακτών στις 31/3/2014.


Το Νομοσχέδιο με τίτλο «Μέτρα Στήριξης και Ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας» που ψήφισε η Βουλή τα μεσάνυχτα της Κυριακής 30/3/2014, αποτελεί ένα νέο σταθμό στην πορεία προς την καταστρατήγηση του Συντάγματος αλλά και την οικονομική εξαθλίωση στην οποία ωθούν τη χώρα οι ξένοι «δανειστές»-δυνάστες της.
Το Νομοσχέδιο έχει έκταση 223 δακτυλογραφημένων σελίδων και φέρει τις υπογραφές 17(!) υπουργών αφού η ύλη του ανάγεται στις αρμοδιότητες όλων τους, κατά παράβαση της απαγόρευσης (αρ. 74 παρ. 5 του Συντάγματος) να συζητηθούν στη Βουλή νομοσχέδια που περιέχουν άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους διατάξεις. Όλα αυτά κατατέθηκαν στη Βουλή στις 28/3/2014 και ψηφίστηκαν δύο ημέρες αργότερα με τη διαδικασία του «κατεπείγοντως», κατ’ επίκληση του άρθρου 76 παρ. 4 Συντ. Στην πραγματικότητα δεν υφίσταται κανένα κατεπείγον, αφού τα χρεωλύσια τα οποία πρέπει να καλυθφούν με νέα δανεικά από την «τρόικα» ανάγονται στα μέσα Μαΐου και συνεπώς η εκπλήρωση των απαιτήσεών της μπορούσε να καθυστερήσει.
Μέσω του προσχηματικού κατεπείγοντως συντελείται ο πλήρης εξευτελισμός των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, αφού οι βουλευτές δεν είχαν το χρονικό περιθώριο σχεδόν ούτε να αναγνώσουν, ούτε πολύ περισσότερο να μελετήσουν και να κατανοήσουν το κείμενο του νομοσχεδίου. Ακριβώς η συσκότιση, όμως, ήταν ο στόχος της κυβερνητικής μεθόδευσης.
Επί της ουσίας, πίσω από τις εκατοντάδες διατάξεις με οδυνηρές συνέπειες για πολλές κοινωνικές ομάδες, κρύβεται κυρίως η δρομολόγηση του εγκλήματος της εκποίησης από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) των τραπεζικών μετοχών που κατέχει αυτό (δηλ. ουσιαστικά το κράτος). Το δεύτερο άρθρο, παρ. Α4, εδάφιο 4 του Νομοσχεδίου επιτρέπει στο ΤΧΣ να εκποιεί τις μετοχές αυτές σε τιμές χαμηλότερες τόσο από την τιμή κτήσης τους από το ίδιο όσο και από την τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή. Έτσι οι 4 μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες και μαζί τους ο στρατηγικός έλεγχος της εθνικής οικονομίας μπορούν να εκχωρηθούν σε ιδιώτες έναντι πινακίου φακής (π.χ. το ΤΧΣ κατέβαλε 1.54 ευρώ για κάθε μετοχή της Eurobank, η χρηματιστηριακή αξία στις 28/3/2014 ήταν 48 λεπτά και η τιμή πώλησης μπορεί να είναι ακόμη κατώτερη!)
Καθώς βέβαια η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η εκποίηση χωρίς κατώτατο όριο τιμής οδηγεί σε διάπραξη κακουργηματικής απιστίας σε βάρος του Δημοσίου, φρόντισε να προστατεύσει τους μελλοντικούς αυτουργούς-μέλη των οργάνων διοίκησης του ΤΧΣ. Έτσι το εδάφιο Α7, υπεδάφιο 22 του δεύτερου άρθρου «θεωρεί» προκαταβολικά και πλασματικά ως «επωφελής» (!) και «υπηρετούσες τη χρηστή διοίκηση» της περιουσίας του ΤΧΣ τις σχετικές αποφάσεις τους. Το αποτέλεσμα της ασυδοσίας αυτής θα είναι η οριστική επιβάρυνση του ήδη υπέρογκου δημοσίου χρέους με πολλά από τα 50 δις ευρώ που διατέθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αφού η εκποίηση θα καταστήσει ανέφικτη τη διεκδίκηση της μεταφοράς του ποσού της ανακεφαλαιοποίησης στον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας.
Οι επικείμενες Ευρωεκλογές του Μαΐου μας δίνουν την ευκαιρία να στείλουμε ένα μήνυμα τόσο ισχυρό, ώστε να δρομολογήσουμε το τέλος της μνημονιακής συγκυβέρνησης και του ολέθριου έργου της.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Γνωμοδότηση περί της προτάσεως δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Ερώτημα
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Αλέξης Τσίπρας μου έθεσε το ερώτημα εάν είναι επιτρεπτή η υποβολή πρότασης δυσπιστίας ατομικά κατά υπουργού πριν από την παρέλευση εξαμήνου αφότου η Βουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, μέλος της οποίας είναι ο υπουργός.

Απάντηση
Ι. Στην παρ. 2 του άρθρου 84 του Συντάγματος ορίζεται: «Η Βουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Κυβέρνηση ή από μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Βουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας. …».
Το δεύτερο εδάφιο της παραπάνω διάταξης θέτει τον κανόνα ότι για να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας πρέπει να έχει παρέλθει τουλάχιστον εξάμηνο από την απόρριψη της προηγούμενης. Ο κανόνας αυτός έχει βεβαίως νόημα μόνον όταν πρόκειται για την υποβολή νέας πρόταση δυσπιστίας κατά της ίδιας κυβέρνησης. Είναι αυτονόητο ότι, εάν εντός του εξαμήνου ορκιστεί νέα κυβέρνηση, ουδόλως κωλύεται η υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά αυτής. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή του κανόνα προϋποθέτει την ταυτότητα του καθ’ ου η πρόταση.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο παραπάνω κανόνας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση υποβολής διαδοχικών προτάσεων κατά της κυβέρνησης συλλογικά και κατά μέλους της ατομικά, οπότε επίσης δεν συντρέχει ταυτότητα του καθ’ ου η πρόταση. Όπως έχω υποστηρίξει σε ανύποπτο χρόνο, η εξάμηνη προθεσμία δεν εφαρμόζεται παρά μόνο για ταυτόσημες ως προς τον καθ’ ου προτάσεις, έτσι ώστε η απόρριψη πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης να μην εμποδίζει την υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά μέλους της πριν την πάροδο εξαμήνου (Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα 2003, σ. 555).
Την άποψη αυτή, μολονότι είχε υποστηριχθεί παλαιότερα και η αντίθετή της (βλ. Π. Παραρά, Σύνταγμα 1975 – Corpus, τόμ. ΙΙΙ, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1999, σ. 203), επιβεβαιώνει και η πλέον πρόσφατη μονογραφία για την κυβερνητική ευθύνη που διαθέτει η ελληνική βιβλιογραφία. Σ’ αυτήν αναφέρεται, επί λέξει, ότι «η προθεσμία αυτή δεν ισχύει, όταν η προγενέστερη πρόταση μομφής δεν αφορούσε το υπουργικό συμβούλιο στο σύνολό του ή τον πρωθυπουργό, αλλά μεμονωμένο μέλος της κυβέρνησης… Αν, δηλαδή, απορριφθεί πρόταση μομφής που στρέφεται κατά της κυβέρνησης, δεν παρεμποδίζεται η υποβολή νέας, που στοχεύει στην απομάκρυνση υπουργού, εντός του εξαμήνου» (Ιφ. Καμτσίδου, Το κοινοβουλευτικό σύστημα. Δημοκρατική αρχή και πολιτική ευθύνη, Εκδ. Σαββάλα 2011, σ. 267).
Εξάλλου, η παραπάνω άποψη επιβεβαιώνεται κατ’ ουσίαν και από δύο περαιτέρω επιχειρήματα, ένα τελολογικό και ένα συστηματικό. Καταρχάς, προφανής σκοπός της περί εξαμήνου διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 Συντ. είναι η διασφάλιση της κυβερνητικής σταθερότητας, η οποία όμως μόνον από ενδεχόμενη αποδοχή πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης συλλογικά κινδυνεύει και όχι από την αποδοχή τέτοιας πρότασης ατομικά κατά υπουργού. Στη δεύτερη περίπτωση ο υπουργός υποχρεούται μεν σε παραίτηση, η συνταγματική ωστόσο θέση της κυβέρνησης συλλογικά ουδόλως θίγεται.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 85 Συντ., σύμφωνα με την οποία «τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Υφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του», προκύπτει ότι διακρίνεται σαφώς η ατομική πολιτική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης έναντι της συλλογικής ευθύνης της ίδιας της κυβέρνησης (βλ., ενδεικτικά, Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα συνταγματικού δικαίου, 2η έκδ., Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 2008, σ. 559, Κ. Μαυριά, Συνταγματικό δίκαιο Ι, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 2000, σ. 543, Δ. Θ. Τσάτσου, Συνταγματικό δίκαιο, τόμ. Β΄, Οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας, 2η έκδ., Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1993, σ. 292 επ.). Επομένως, η απόδοση ατομικής πολιτικής ευθύνης με την υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά ορισμένου μέλους της κυβέρνησης είναι σαφώς διακεκριμένη έναντι της απόδοσης πολιτικής ευθύνης συλλογικά στην κυβέρνηση.   
II. Σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 3 του Κανονισμού της Βουλής, αν διαπιστωθεί ότι η πρόταση υπογράφεται από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό βουλευτών, η Βουλή διακόπτει τις (νομοθετικές ή άλλες) εργασίες της και επακολουθεί η έναρξη συζήτησης της πρότασης. Η κατά τη διάταξη αυτή διαπίστωση γίνεται προφανώς από το Προεδρείο της Βουλής και η αρμοδιότητα του τελευταίου εξαντλείται σ΄ αυτήν. Ούτε στο άρθρο 142 ούτε στα άρθρα 11 και 12 και 14 του Κανονισμού, τα οποία καθορίζουν τις αρμοδιότητες του Προέδρου, των λοιπών μελών του Προεδρείου και της Διάσκεψης των Προέδρων, περιέχεται οποιαδήποτε πρόβλεψη περί δυνατότητας του Προεδρείου (ή της Διάσκεψης των Προέδρων) να απορρίψει το ίδιο πρόταση δυσπιστίας, επειδή κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Προεδρείου (ή της Διάσκεψης των Προέδρων) ή προσωπικά του Προέδρου η πρόταση αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 84 του Συντάγματος και 142 του Κανονισμού της Βουλής σχετικά με τον χρόνο υποβολής της. Μόνη αρμόδια να απορρίψει την πρόταση δυσπιστίας, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, είναι η Ολομέλεια της Βουλής, αφού εννοείται προηγηθεί συζήτησή της με τους όρους της παρ. 4 του άρθρου 142 του Κανονισμού της Βουλής. 

Συμπέρασμα
Η απόρριψη πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης δεν εμποδίζει την υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά μέλους της πριν την πάροδο εξαμήνου και πάντως μόνη αρμόδια να τη συζητήσει και στη συνέχεια να την απορρίψει είναι η Ολομέλεια της Βουλής, εφόσον η πρόταση φέρει τις υπογραφές τουλάχιστον του ενός έκτου του συνόλου των βουλευτών.


Θεσσαλονίκη, 30.03.2014



Κώστας Χ. Χρυσόγονος
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
Νομική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Όλη η Ελλάδα ένας Δενδροπόταμος.



Αναδημοσίευση από εφημερίδα REAL NEWS στις 30/3/2014.


Στην Ελλάδα πολλοί από τους νόμους, περιλαμβανομένου και του Συντάγματος, υπάρχουν όχι για να εφαρμόζονται αλλά για να μην εφαρμόζονται. Και τούτο δεν οφείλεται στο ότι δήθεν οι Έλληνες είναι λαός ο οποίος ρέπει από τη φύση του στην παρανομία, τη φοροδιαφυγή κλπ., όπως ενίοτε μας κατηγορούν με ρατσιστικά υπονοούμενα οι ξένοι «φίλοι» και «προστάτες» μας (π.χ. ο αλήστου μνήμης Στρος – Καν,  όταν ήταν επικεφαλής του Διεθνούς  Νομισματικού  Ταμείου). Οφείλεται αντίθετα στο ότι στη χώρα μας η ιστορική  εξέλιξη οδήγησε στην οικοδόμηση ενός κλεπτοκρατικού συστήματος εξουσίας που πρώτο το ίδιο δίνει το  παράδειγμα στην παρανομία και παρασύρει σε κάποιο βαθμό και την κοινωνία.
Το άρθρο 52 του Συντάγματος επιτάσσει την «ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης» (εννοείται στις κάθε είδους εκλογές) και μάλιστα την ανάγει σε «υποχρέωση όλων των λειτουργών της Πολιτείας». Σε αρμονία προς τη διάταξη αυτή, το άρθρο 165 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης για όποιον προτείνει , παρέχει ή υπόσχεται σε εκλογέα δώρα ή άλλα ωφελήματα για να ασκήσει εκείνος το εκλογικό του δικαίωμα με ορισμένο τρόπο (δηλ. για να ψηφίσει ορισμένο κόμμα ή υποψήφιο). Στην πραγματικότητα όμως όλοι ξέρουμε ότι τέτοιες προεκλογικές παροχές αποτελούν συνήθη πρακτική πολλών υποψηφίων και ουσιώδη παράγοντα εκλογικής επιτυχίας, ενώ σπάνια οι δράστες  λογοδοτούν για αυτά στη δικαιοσύνη.
Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα αναφέρεται στην αποκαλυπτική έρευνα που δημοσιεύθηκε στη Realnews στις 16.9.2012 για το «πάρτι» που «στηνόταν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση από τον Άκη Τσοχατζόπουλο στον Δενδροπόταμο Θεσσαλονίκης» και του διασφάλιζε τη μονοσταυρία από 2.600 κατοίκους της περιοχής. «Μίζες σε προέδρους – ομαδάρχες, σταυρωμένα ψηφοδέλτια μέσα σε χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, δωράκια, τραπεζώματα και ρουσφέτια» ήταν η οργανωμένη αντιπαροχή του πάλαι ποτέ πανίσχυρου υπουργού. Σήμερα αυτός είναι έγκλειστος των φυλακών Κορυδαλλού, αλλά οι δοκιμασμένες πρακτικές του όχι μόνο συνεχίζονται, αλλά και διευρύνονται από τη μνημονιακή συγκυβέρνηση.
 Η διανομή του εξαγγελόμενου από την κυβέρνηση εφάπαξ (!) «κοινωνικού μερίσματος» σε ευπαθείς πληθυσμιακές ομάδες δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια διευρυμένη σε πανελλαδική κλίμακα αναπαραγωγή των πρακτικών Τσοχατζόπουλου. Στις παραμονές των ευρωεκλογών και αυτοδιοικητικών εκλογών του Μαϊου τα κόμματα – πυλώνες του κλεπτοκρατικού συστήματος εξουσίας (Ν.Δ. και ΠΑ. Σ.Ο.Κ.) θα μοιράσουν σε περίπου ένα εκατομμύριο (!) θύματα της ανάλγητης μνημονιακής πολιτικής, που οδήγησε στη βίαιη πτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, από μερικές εκατοντάδες ευρώ. Πρόκειται προφανώς για την πιο μεγάλη και την πιο αναίσχυντη προσπάθεια μαζικής εξαγοράς ψήφων στην εκλογική μας ιστορία.              
Η φτωχογειτονιά του Δενδροπόταμου είναι μια από τις πιο προβληματικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιβαλλοντικής της υποβάθμισης και του κοινωνικού αποκλεισμού των κατοίκων της. Το πενηντάρικο που εισέπραττε καθένας τους από τους μεσάζοντες του διαβόητου κλεπτοκράτη στην πραγματικότητα το πλήρωνε, και συνεχίζει να το πληρώνει, στο πολλαπλάσιο, αφού ακριβώς το κλεπτοκρατικό σύστημα με τις σκληρές ταξικές επιλογές και πολιτικές του είναι εκείνο το οποίο καταδικάζει τον Δενδροπόταμο και τους κατοίκους του στη διαρκή φτώχεια. Το ίδιο κλεπτοκρατικό σύστημα μετατρέπει σχεδιασμένα την Ελλάδα ολόκληρη, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στην πιο υποβαθμισμένη φτωχογειτονιά της Ευρώπης, εκτελώντας το μνημονιακό συμβόλαιο που έχει συνάψει με τους ξένους «προστάτες». Ο ελληνικό λαός πρέπει να βρει την ψυχική δύναμη να καταδικάσει με την ψήφο του την κλεπτοκρατία και τις πρακτικές της.  

Ευκαιρία για τους πολίτες να δώσουν απάντηση.


Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 30/3/2014.



Υποτίθεται πως οι εθνικές επέτειοι συμβολίζουν όσα μας ενώνουν. Η επέτειος της 25ης Μαρτίου είναι η κατεξοχήν γιορτή του ελληνισμού, αφού συμβολίζει την επανάστασή του απέναντι στην ξένη τυραννία. Είναι η επέτειος που θα έπρεπε να ενώνει τους Έλληνες και να δίνει σε όλους τη δυνατότητα συμμετοχής στον εορτασμό.
            Όλα αυτά τα αυτονόητα θα έπρεπε να ισχύουν ακόμη περισσότερο σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, εφόσον η εξουσία απέρρεε από τον λαό και ασκούνταν με σεβασμό στο περιεχόμενο της εντολής του. Δεν νοείται δημοκρατική εξουσία που να αποδεικνύεται στην πράξη φοβική, αν όχι και εχθρική, απέναντι στον «δήμο» της.
            Όσα συνέβησαν στις εκδηλώσεις της 25.3.2014 είναι συνεπώς όχι μόνο θλιβερά, αλλά και αποκαλυπτικά για την αληθινή φύση της μνημονιακής εξουσίας. Η μνημονιακή συγκυβέρνηση φοβάται τους πολίτες τόσο, ώστε να τους αποκλείσει την πρόσβαση στην περιοχή της πλατείας Συντάγματος κατά τη διάρκεια των παρελάσεων. Μόνο κάποιοι προσκεκλημένοι της και βέβαια μερικές χιλιάδες (!) αστυνομικοί είχαν πρόσβαση εκεί, ενώ σε ικανή απόσταση το κοινό κρατιόταν πίσω από κιγκλιδώματα και κάτω από αυστηρή επιτήρηση.
            Τα δύο κόμματα εξουσίας (ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ.) φαίνεται πως αντιμετωπίζουν τον λαό μόνο ως αντικείμενο προεκλογικού εμπαιγμού, όπως το 2012 με την αλησμόνητη «επαναδιαπραγμάτευση» των μνημονίων και σήμερα με το εξευτελιστικό «κοινωνικό μέρισμα». Κατά τα άλλα τον θέλουν απόντα ακόμη και από τις εθνικές επετείους και φροντίζουν να διασφαλίζουν την απουσία του με αστυνομικά μέτρα.
            Οι κυβερνώντες ίσως να μην αντιλαμβάνονται ότι έτσι αυτοεξευτελίζονται. Εφόσον φοβούνται τόσο πολύ τις αποδοκιμασίες του πλήθους, θα ήταν προτιμότερο για τους ίδιους να μην εμφανισθούν καν στις εξέδρες. Η εικόνα της αστυνομοκρατίας στις παρελάσεις στιγματίζει με τον πιο απτό και προφανή τρόπο την αντιλαϊκή και αντικοινωνική μνημονιακή συγκυβέρνηση.  

Η ανατροπή του "καταλληλότερου".


Αναδημοσίευση από εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 30/3/2014.


Για μια «νέα εποχή» και μια «νέα Ελλάδα» έκανε λόγο ο Αντώνης Σαμαράς μετά τη συμφωνία κυβέρνησης και τρόϊκας για την εκταμίευση της καθυστερούμενης δόσης του Ιουλίου 2013 (!) από τους δανειστές προς τη δοσομανή χώρα μας. Στο βωμό της δόσης αυτής θυσιάζονται βέβαια μερικοί εκπαιδευτικοί, καθώς και αρκετοί κτηνοτρόφοι, αλλά τούτο αποτελεί λεπτομέρεια για τον πρωθυπουργό της μνημονιακής συγκυβέρνησης.
Το ότι πρόκειται πάντως για «νέα Ελλάδα» είναι αναμφισβήτητο. Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία το 2009 το σύνολο των μισθών των εργαζομένων στη χώρα αυτή ανήλθε σε περίπου 86 δις ευρώ (πηγή: Δελτίο Τύπου Ε.Σ.Υ.Ε. 11.3.2010, σ. 4 στη στήλη «αμοιβές εξαρτημένης εργασίας») ενώ το 2013 κατήλθε στα 57,3 δις ευρώ  (πηγή: Δελτίο Τύπου ΕΛ.ΣΤΑΤ. 11.3.2014, σ. 4 στην ίδια στήλη). Με άλλες λέξεις ποσοστό περίπου 35% του εισοδήματος των μισθωτών χάθηκε στη μνημονιακή τετραετία 2010-2014. Ο άλλος βασικός συντελεστής στη διαμόρφωση του συνολικού εισοδήματος, που εμφανίζεται στους στατιστικούς πίνακες κάτω από τον νεφελώδη τίτλο «ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα» και περιλαμβάνει ως κύριο στοιχείο κέρδη και άλλες κεφαλαιακές προσόδους, επηρεάσθηκε πολύ λιγότερο, αφού από τα 128 δις ευρώ του 2009 έπεσε στα 104 το 2013 ή σε ποσοστό περίπου 18%.        
                Επομένως εκείνο που συνέβη στην εποχή των μνημονίων ήταν, πέρα από τη συνολική πτωχοποίηση της χώρας, μια βίαιη αναδιανομή εισοδήματος στο εσωτερικό της. Η αναδιανομή αυτή επιδεινώνει την υφιστάμενη ούτως ή άλλως ταξική αδικία και εκμετάλλευση, σε βαθμό ο οποίος θα ήταν καταφανώς αδύνατο να «επιτευχθεί» υπό συνθήκες φυσιολογικής λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών. Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και ακόμη περισσότερο των ανέργων, δηλ. της πλειοψηφίας των πολιτών, δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τα κόμματα εξουσίας (ΠΑ.Σ.ΟΚ. – Ν.Δ.) παρά μόνο με την επίκληση «ανωτέρας βίας», δηλ. των εντολών των ξένων δανειστών, όπως και έγινε.
Η «νέα Ελλάδα» του Αντώνη Σαμαρά λειτουργεί στη βάση μιας εφιαλτικής μετανεωτερικής μετάλλαξης της λεγόμενης «αρχής του Ματθαίου» (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ΙΓ’  12: «όστις γαρ έχει, δοθήσεται αυτώ και περισσευθήσεται` όστις δε ουκ έχει, και ό έχει αρθήσεται απ΄ αυτού»). Κατ΄ ουσία μάλιστα επιχειρείται τώρα να υποτιμηθεί η εργασία κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης. Η τελευταία προσδιορίζεται ως «ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή, επομένως και για την αναπαραγωγή της», όπου «περιλαμβάνονται και τα μέσα συντήρησης των αντικαταστατών, δηλ. των παιδιών των εργατών» (Κ. Μαρξ, Το κεφάλαιο, τον. Α΄, κεφ. 4, παρ. 3). Τα εισοδήματα όμως των εργαζομένων (χωρίς να υπολογίζονται το 1,5 εκατομμύριο εξαθλιωμένοι άνεργοι) είναι σήμερα τόσο χαμηλά, ώστε να καθίστανται ανεπαρκή για τη συντήρηση παιδιών σε αριθμό ίσο με τους γονείς.
Καθόλου τυχαία, ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα (μέσος αριθμός παιδιών που θα γεννήσει μια γυναίκα στη διάρκεια της ζωής της) έπεσε από το 1,49 το έτος 2009 στο μόλις 1,34 το 2012, σύμφωνα με τα αναρτημένα στον ιστοχώρο της ΕΛΣΤΑΤ επίσημα στατιστικά στοιχεία (εννοείται ότι η πτώση επιδεινώνεται μετά το 2012, έστω και αν προς το παρόν δεν υπάρχουν  στοιχεία να το επιβεβαιώσουν). Και αυτό τη στιγμή κατά την οποία το απαιτούμενο επίπεδο για να μείνει σταθερός ο εγχώριος πληθυσμός είναι 2,1.
Αν συνεχισθεί η μείωση των γεννήσεων την οποία προκαλεί η ανέχεια εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών, θα οδηγηθούμε, με τη συμβολή και των τάσεων φυγής των άνεργων νέων από την Ελλάδα, στην πληθυσμιακή της αποψίλωση. Η νέα Ελλάδα του «καταλληλότερου» πρωθυπουργού μας θα είναι μια έρημη χώρα. Η ανατροπή του «καταλληλότερου» και η άσκηση μιας εντελώς διαφορετικής πολιτικής, με επίκεντρο τον άνθρωπο και τη δίκαια αμειβόμενη εργασία του, είναι άμεση ανάγκη. Οι επικείμενες ευρωεκλογές μπορούν ν΄ αποτελέσουν την αφετηρία της ανατροπής, με εμπροσθοφυλακή τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς. 

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Ψευδεπίγραφος Εκδημοκρατισμός

Αναδημοσίευση από εφημερίδα KONTRA NEWS στις 29/3/2014.


Κατατέθηκε στη Βουλή την Πέμπτη 27/3/2014 το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για τις Ευρωεκλογές με το οποίο καταργείται το σύστημα της λίστας για την εκλογή των ευρωβουλευτών και εισάγεται ο σταυρός προτίμησης. Η μνημονιακή συγκυβέρνηση υποστηρίζει ότι έτσι επέρχεται ο εκδημοκρατισμός της εκλογικής διαδικασίας. Στην πραγματικότητα όμως το νομοσχέδιο εμπεριέχει τόσες και τέτοιες στρεβλώσεις στον τρόπο εισαγωγής του σταυρού ώστε ο εκδημοκρατισμός να καθίσταται ψευδεπίγραφος.
Τα άρθρα 3 και 4 του Νομοσχεδίου προβλέπουν ότι ολόκληρη η Ελλάδα θα αποτελέσει μία ενιαία εκλογική περιφέρεια με 21 έδρες, 42 υποψήφιους για κάθε κόμμα και δυνατότητα έως και 4 σταυρών από κάθε ψηφοφόρο. Μια τέτοια περιφέρεια-τέρας ξεπερνά οτιδήποτε έχουμε γνωρίσει στην ελληνική εκλογική ιστορία και οδηγεί στην αναπαραγωγή σε διευρυμένη κλίμακα των νοσηρών φαινομένων που έχουν παρατηρηθεί στην Β’ εκλογική περιφέρεια Αθηνών, τη μεγαλύτερη της χώρας στις εθνικές εκλογές. Εκεί για την εκλογή βουλευτή, ειδικά μάλιστα στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας («Νέα Δημοκρατία»-ΠΑΣΟΚ) απαιτούνταν στην πράξη η συγκρότηση ενός τόσο μεγάλου και πολυδάπανου προσωπικού μηχανισμού από τον υποψήφιο ώστε το μέσο κόστος μιας επιτυχημένης προεκλογικής εκστρατείας να κυμαίνεται περί το 1 εκατομμύριο (!) ευρώ.
Εννοείται ότι τις δαπάνες αυτές σχεδόν κανείς υποψήφιος της Β’ Αθηνών δεν τις κατέβαλε από ιδίους πόρους και ότι προϋπόθεση της εκλογής ήταν για τους περισσότερους η εξεύρεση χρηματοδοτών. Η συνήθως αφανής χρηματοδότηση συνοδεύεται βέβαια από αντίστοιχες αφανείς δεσμεύσεις για ποικίλα οικονομικά και άλλα ανταλλάγματα από τον βουλευτή στους «χορηγούς» του, σε βάρος τελικά του δημοσίου χρήματος. Με τέτοιες και με άλλες παρεμφερείς μεθοδεύσεις, σε επίπεδο όχι μόνο προσώπων και κομμάτων (όπως π.χ. αποκαλύφθηκε στην υπόθεση SIEMENS με τα εκατομμύρια που ομολόγησαν τα στελέχη της εταιρίας ότι κατέβαλαν στο ΠΑΣΟΚ και τη «Νέα Δημοκρατία»), οικοδομήθηκε επί δεκαετίες μετά τη μεταπολίτευση το κλεπτοκρατικό σύστημα εξουσίας το οποίο οδήγησε την Ελλάδα στον Καίαδα της «συντεταγμένης» χρεοκοπίας.
Πέραν όμως απο την οικονομική πλευρά του ζητήματος, προφανές είναι και το έλλειμμα αντιπροσώπευσης που θα προκύψει μέσα από τη μία πανελλαδική εκλογική περιφέρεια. Λόγω της υπερσυγκέντρωσης πλυθησμού στο Λεκανοπέδιο Αττικής, υποψήφιοι προερχόμενοι από αυτό θα έχουν τεράστιο οργανωτικό πλεονέκτημα απέναντι στους υποψηφίους από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, η οποία έτσι κινδυνεύει να μείνει πρακτικά εκτός Ευρωκοινοβουλίου.
‘Ολα αυτά προωθούνται με στόχο την εξυπηρέτηση προεκλογικών σκοπιμοτήτων των κομμάτων που στηρίζουν τη μνημονιακή συγκυβέρνηση και την αποτροπή ή τη μείωση των διαστάσεων της διαφαινόμενης εκλογικής επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ. Οι Έλληνες πολίτες καλούνται να αποδείξουν ότι διαθέτουν την ωριμότητα που απαιτείται για να καταδικάσουν τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις και να δρομολογήσουν την ανατροπή του κλεπτοκρατικού συστήματος.