Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

ΣτΕ: "Ευπαθείς" οι τράπεζες, στον Καιάδα οι ομολογιούχοι.


                                  Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία 27/3/2014


Στις 21.3.2014 δημοσιεύθηκε η απόφαση 1116/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκρινε ότι το «κούρεμα» των ομολόγων των φυσικών προσώπων με το περιβόητο PSI (νόμος 4046 /2012) δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρόκειται για μια εξέλιξη αναμενόμενη, αφού το αποτέλεσμα είχε διαρρεύσει στα ΜΜΕ μερικούς μήνες νωρίτερα, και κατά μια έννοια θετική, αφού ανοίγει επιτέλους τον δρόμο για προσφυγές των ομολογιούχων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μετά την εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Ωστόσο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το σκεπτικό της μακροσκελούς απόφασης.
Ο κύριος ισχυρισμός των ομολογιούχων – φυσικών προσώπων ήταν ότι υφίστανται άνιση μεταχείριση σε σχέση με τις τράπεζες και τους άλλους θεσμικούς επενδυτές, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή της ισότητας). Και τούτο διότι τα φυσικά πρόσωπα, σε αντίθεση με τις τράπεζες, δεν είχαν τη δυνατότητα να εκτιμήσουν σωστά τον επενδυτικό κίνδυνο, ούτε να πραγματοποιήσουν αντίστοιχη διασπορά των τοποθετήσεών τους. Εμπιστεύθηκαν το ελληνικό δημόσιο ως ασφαλές καταφύγιο για τις οικονομίες μιας ζωής και εκείνο τους «αντάμειψε» λεηλατώντας τις περιουσίες τους. Σα να μην έφθανε αυτό, με το PSI του 2012 δόθηκαν και φοροαπαλλαγές στις τράπεζες, ως αντιστάθμισμα των απωλειών τους από το «κούρεμα» των ομολόγων τους, αλλά καμία φοροαπαλλαγή στα φυσικά πρόσωπα. Σημειωτέον ότι το συνολικό όφελος του δημοσίου από το «κούρεμα» των φυσικών προσώπων ήταν λιγότερο από 1 δις ευρώ, δηλ. ασήμαντο σε σχέση με την απώλεια της πιστοληπτικής του ικανότητας έναντι των τελευταίων δυνητικών υποστηρικτών – πιστωτών του, δηλ. των πολιτών του. Γι αυτό άλλωστε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είχε εισηγηθεί την εξαίρεση των φυσικών προσώπων από το κούρεμα, χωρίς να εισακουσθεί από την κυβέρνηση (τότε) Παπαδήμου.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας όμως έκρινε ότι η αρχή της ισότητας δεν επιβάλει στο κράτος να επιφυλάσσει ευνοϊκή μεταχείριση σε ορισμένους πιστωτές του πάνω στη βάση των προσωπικών δεδομένων τους. Αντίθετα επιβάλει την «πορεία με ίσο βήμα», ώστε σε περίπτωση αδυναμίας ικανοποιήσεως του συνόλου των απαιτήσεων κάθε πιστωτής να ικανοποιηθεί ανάλογα με το ύψος της απαίτησής του. Με άλλες λέξεις δέχθηκε ότι τα φυσικά πρόσωπα και οι θεσμικοί επενδυτές είναι ίσοι και όμοιοι.
Ο παραλογισμός της δικαστικής αυτής κρίσης είναι τόσο προφανής ώστε να μην χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Η απόφαση όμως δεν σταμάτησε εδώ. Στη συνέχεια της ίδιας (36ης) σκέψης της αναίρεσε αμέσως την προηγούμενη παραδοχή της και δέχθηκε ότι φοροαπαλλαγές που θεσπίστηκαν με τον ν. 4046/2012 υπέρ των νομικών προσώπων όχι μόνο δεν αντιβαίνουν στην αρχή της ισότητας αλλά και ήταν ……………….. επιβεβλημένες (!) για τη «συγκράτηση της αξιοπιστίας των ιδρυμάτων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του οποίου η ευπάθεια συνιστά σοβαρότατη απειλή για μια εθνική οικονομία στο σύνολό της».
Με άλλες λέξεις το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας επιχειρεί να μας πείσει  ότι οι τράπεζες και τα λοιπά  επενδυτικά σχήματα  είναι «ευπαθή» και χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία, ενώ οι άνθρωποι όχι. Έτσι π.χ. ο καρκινοπαθής ο οποίος επένδυσε το εφάπαξ του σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, ώστε με τους σταθερούς τόκους τους να συμπληρώνει τη σύνταξή του και να επιτυγχάνει ένα στοιχειώδες επίπεδο περίθαλψης, μπορεί να αφεθεί να πεθάνει, αρκεί το «ίδρυμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος» να διατηρήσει την αξιοπιστία του.
Η απόφαση 1116/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου τη Επικρατείας είναι συγκρίσιμη, κατά κάποιον τρόπο, με την απόφαση 763/1937 του ίδιου. Τότε είχε γίνει δεκτό ότι ο εγκλεισμός αντιφρονούντων της μεταξικής δικτατορίας στο κολαστήριο της Ακροναυπλίας υπό καθεστώς «στρατιωτικως πειθαρχουμένης διαβιώσεως» αποτελεί ανεκτό περιορισμό της προσωπικής τους ελευθερίας και δεν συνιστά φυλάκιση χωρίς ποινική καταδίκη, ούτε παραβίαση του Συντάγματος. Και τούτο διότι η «πειθαρχουμένη διαβίωσις» είναι «συντελεστική κατά πολύ της ηθικής βελτιώσεως αυτών» (των αντιφρονούντων) και «μέτρον προστασίας της πολιτείας έναντι των υπερβασιών και των καταχρήσεων της προσωπικής ελευθερίας». Όπως τότε η Ολομέλεια δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να αντιπαρατεθεί έστω και για λίγο στη μεταξική τυραννία, έτσι και σήμερα δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να αντιπαρατεθεί έστω και για λίγο στη μνημονιακή τυραννία. Δυστυχώς, η Ιστορία επαναλαμβάνεται.   

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.



                                                                                     Αναδημοσίευση από Real.gr στις 26/10/2013.
                                                                                              

            Όταν είχε συναφθεί η πρώτη δανειακή σύμβαση της Ελλάδος με το ΔΝΤ και τα κράτη –μέλη της ευρωζώνης,τον Μάιο του 2010, είχα επισημάνει τον αποικιοκρατικό της  χαρακτήρα («Νομικό Βήμα» 2010,σελ 1353 επ.)
Ένα από τα κύρια σημεία της κριτικής μου  ήταν ότι η  σύμβαση δεν φαίνεται να διασφαλίζει το (ως τότε)  αυτονόητο, δηλ. την ασυλία της δημόσιας περιουσίας του κράτους έναντι αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους των ξένων δανειστών.
            Η κρατική περιουσία γενικά διακρίνεται σε δημόσια, που σημαίνει τα περιουσιακά  στοιχεία τα προορισμένα με βάση τη χρήση τους για την εξυπηρέτηση  δημόσιων σκοπών (π.χ. το μέγαρο της Βουλής, τα κτίρια των υπουργείων, ο οπλισμός των ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας), και σε ιδιωτική, η οποία περιλαμβάνει  όλα τα υπόλοιπα (π.χ. αναξιοποίητα οικόπεδα, κενά κτίρια κλπ.). Με βάση το άρθρο 94 του Συντάγματος η ιδιωτική περιουσία του κράτους μπορεί να καταστεί αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεσης και πλειστηριασμού),εφόσον το κράτος δεν εκπληρώνει τις δανειακές ή άλλες υποχρεώσεις του. Αντίθετα η δημόσια περιουσία του κράτους δεν μπορεί να κατασχεθεί, επειδή αποτελεί το υλικό μέσο για την άσκηση της κυριαρχίας του, δηλ. τελικά της λαϊκής κυριαρχίας την οποία εξαγγέλλει το άρθρο 1 του Συντάγματος. Αυτή ακριβώς είναι και μια από τις βασικές διακρίσεις μεταξύ μιας επιχείρησης που ιδρύεται με την καταβολή κεφαλαίου και ενός εθνικού κράτους που σφυρηλατείται με τη θυσία ανθρώπων ( στην προκείμενη περίπτωση ,των αγωνιστών του 1821,της εθνικής αντίστασης και άλλων).
            Το ότι η επαίσχυντη δανειακή σύμβαση υποβιβάζει το ελληνικό  κράτος στο επίπεδο ιδιωτικής επιχείρησης υπό πτώχευση φαινόταν από το ίδιο το κείμενό της. Το ότι οι δανειστές δεν θα χρειαζόταν καν να φθάσουν στο στάδιο της εκτέλεσης, επειδή η υποτελής σ΄ αυτούς μνημονιακή συγκυβέρνηση θα εκποιούσε, υπό σκανδαλώδεις  μάλιστα όρους , ακόμα και τη δημόσια (και όχι μόνο την ιδιωτική) περιουσία του κράτους κατ΄ εντολή τους, ομολογουμένως δεν μπορούσα τότε (το 2010) να το φαντασθώ. Και όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα.
          Η κυβέρνηση έχει μεταβιβάσει στο ψευδεπίγραφο Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ. (ψευδεπίγραφο επειδή το Ι είναι το αρχικό της λέξης ιδιωτική ) μεγάλο μέρος της δημόσιας περιουσίας του κράτους.  Πρόσφατα 28 ακίνητα από αυτά τα ακίνητα που στεγάζουν δημόσιες υπηρεσίες κομβικής σημασίας και άρα θα ήταν ακατάσχετα με βάση το ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, πωλήθηκαν σε «πακέτα» (προφανώς για  περιορισθεί ο ανταγωνισμός προσφορών που θα μπορούσε να υπάρχει για το κάθε ακίνητο ξεχωριστά) σε δύο ιδιωτικές εταιρίες . Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι η πώληση έλαβε χώρα έναντι του εξευτελιστικού τιμήματος των 260 περίπου εκατομμυρίων ευρώ( για συνολική επιφάνεια 270.000 τετραγωνικών μέτρων ,δηλ. λιγότερο 1.000 ευρώ/μέτρο για κτίρια πολυτελούς κατασκευής στο κέντρο της πρωτεύουσας!). Παράλληλα το κράτος  ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει για μια εικοσαετία ετήσιο ενοίκιο 30 εκατομμυρίων ευρώ  για τη χρήση των κτιρίων, δηλ. προσφέρει εγγυημένη απόδοση  εξωφρενικά υψηλού ποσοστού  σχεδόν 12% στον ιδιώτη, ενώ παραιτείται (άρθρο 7 ν.4038/2012) και από τον φόρο μεταβίβασης!

            Πρόκειται για κραυγαλέα περίπτωση διασπάθισης δημόσιας περιουσίας και δημόσιου χρήματος , αφού το τίμημα της πώλησης καταβάλλεται  κατ΄ ουσία απευθείας στους ξένους δανειστές ,θυσία στο βωμό ενός προφανώς μη βιώσιμου δημόσιου χρέους. Περαιτέρω το κράτος θα επιβαρυνθεί με το δυσβάστακτο ενοίκιο (που θα « εξευρεθεί» προφανώς με νέες αντισυνταγματικές περικοπές κοινωνικών παροχών σε ευπαθείς πληθυσμιακές ομάδες, βαθαίνοντας έτσι ακόμη περισσότερο την ανθρωπιστική καταστροφή). Με τέτοιες μεθοδεύσεις η μνημονιακή εξουσία  προχωρεί ακάθεκτη στο καταστροφικό «έργο» της, το οποίο συνίσταται τελικά στην αναίρεση της κυρίαρχης κρατικής υπόστασης του ελληνισμού και τη μετατροπή της χώρας σε εξαθλιωμένη (νεο)αποικία χρέους . Η κοινωνία πρέπει να αντιδράσει και να διεκδικήσει σεισάχθεια αντί υποδούλωσης πριν να είναι πολύ αργά. 

Ο ριζοσπαστισμός των Συνταγμάτων της Επανάστασης.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αυγή 25/3/2014, ένθετο "Τα Συντάγματα του Αγώνα".

Ο ριζοσπαστισμός των Συνταγμάτων της Επανάστασης.

Η επανάσταση του 1821 ήταν εξαρχής προσανατολισμένη στη διεκδίκηση, παράλληλα με την εθνική, και της πολιτικής ελευθερίας των Ελλήνων. Σκοπός των επαναστατών δεν ήταν να αντικαταστήσουν τον ξένο τύραννο (σουλτάνο) με έναν εγχώριο, αλλά να αυτοκυβερνηθούν συλλογικά. Το γεγονός αυτό αποτυπώθηκε άμεσα με τη θέσπιση μιας σειράς κειμένων τοπικής σημασίας (Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος, Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας κ.ά.) και στη συνέχεια με τα τρία επαναστατικά Συντάγματα, της Επιδαύρου (1822), του Άστρους (1823) και της Τροιζήνας (1827).
Είναι αξιοσημείωτος ο ριζοσπαστισμός ιδίως των συνταγματικών κειμένων της Επιδαύρου και του Άστρους, που προέβλεπαν βουλευτική περίοδο διάρκειας ενός μόνο έτους (δηλ. εκλογές κάθε χρόνο!) και απέρριπταν τον θεσμό του αρχηγού του κράτους. Τούτο εκφραζόταν μέσα από την ανάθεση της εκτελεστικής εξουσίας σε ένα πενταμελές σώμα, εκλεγμένο από ιδιαίτερη συνέλευση, και αυτό για μονοετή θητεία, το οποίο διόριζε τους υπουργούς. Περαιτέρω κατοχύρωναν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και σειρά θεμελιωδών δικαιωμάτων με αμυντικό κυρίως χαρακτήρα, ενώ απαγόρευαν τη δουλεία και την απονομή τίτλων ευγενείας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει για μας σήμερα και η απαγόρευση (παράγραφος ξδ΄ του Συντάγματος της Επιδαύρου) εκποίησης έστω και μέρους των «εθνικών κτημάτων» χωρίς συγκατάθεση του κοινοβουλίου.
Συντηρητική στροφή παρατηρείται στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, με την πρόβλεψη αρχηγού του κράτους («Κυβερνήτη») και την ανάθεση σ΄ αυτόν του συνόλου της εκτελεστικής εξουσίας, κατά το αμερικανικό πρότυπο. Η εκλογή του θα ρυθμιζόταν με ιδιαίτερο νόμο και η θητεία του θα ήταν επταετής. Όσο για τη Βουλή, η θητεία των μελών της ορίσθηκε τριετής, με ανανέωση ενός τρίτου κάθε χρόνο. Κατά τα άλλα πάντως και το Σύνταγμα της Τροιζήνας περιείχε διατάξεις που λείπουν ακόμη και από το ισχύον Σύνταγμα του 1975 (!), όπως η ρητή κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου (άρθρο 15) και η γενική απαγόρευση της αναδρομικότητας των νόμων (άρθρο 19).
Στην πράξη βέβαια η εφαρμογή των επαναστατικών Συνταγμάτων προσέκρουε σε αντικειμενικές δυσχέρειες. Αυτές προέκυπταν τόσο από την εξέλιξη του αγώνα εναντίον των Οθωμανών όσο και από την αντίδραση των κατά τόπους προκρίτων και οπλαρχηγών απέναντι στην εγκαθίδρυση μιας ισχυρής και θεσμοποιημένης κεντρικής εξουσίας (με πιο χαρακτηριστικό δείγμα τη δολοφονία του Καποδίστρια από τους αδερφούς Μαυρομιχάλη το 1831). Εξάλλου η αντιπροσωπευτικότητα των εκλογικών διαδικασιών ήταν αμφισβητήσιμη, αφού ο νόμος ΙΖ΄ της 9.11.1822 και στη συνέχεια η «οδηγία» της 4.3.1829 του Καποδίστρια καθιέρωναν την έμμεση εκλογή των βουλευτών με τέτοια κενά και ασάφειες, ώστε να μένουν μεγάλα περιθώρια για «εκλογική μαγειρική».
Παρά τα μεγάλα προβλήματά της πάντως, η συνταγματική εξέλιξη στην Ελλάδα θα μπορούσε να ήταν πιο ομαλή, πιο δημοκρατική και πιο ωφέλιμη για πλατιά λαϊκά στρώματα αν αφηνόταν στις εγχώριες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Τούτο όμως δεν συνέβη, αφού οι ξένοι «προστάτες» (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) επέβαλαν στη χώρα την απολυταρχία του Όθωνα, διακόπτοντας βίαια τον ελληνικό συνταγματικό βίο κατά τη δεκαετία 1833-1843. Έτσι τον σουλτάνο αντικατέστησε τελικά ένας Βαυαρός μονάρχης, ενώ και μετά την αποκατάσταση της συνταγματικής μας συνέχειας τα συνταγματικά κείμενα του 1844, του 1864 και του 1911 απείχαν παρασάγγας από τα δημοκρατικά Συντάγματα της επανάστασης του 1821. Η ξένη επέμβαση στα ελληνικά πράγματα αποδεικνύεται πως έχει διαχρονικά αντιδραστικό χαρακτήρα.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Κοινωνικό μέρισμα εκμαυλισμού

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία 23 Μαρτίου 2014.

Κοινωνικό Μέρισμα Εκμαυλισμού

Οι πρόσφατες ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για διανομή εφάπαξ «κοινωνικού μερίσματος» ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ σε 1 εκατομμύριο αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας στις παραμονές των εκλογών του Μαΐου αποτελούν το τελευταίο επεισόδιο στη σειρά των προσπαθειών εκμαυλισμού του εκλογικού σώματος από το κλεπτοκρατικό σύστημα εξουσίας. Το σύστημα αυτό οδήγησε το κράτος στη «συντεταγμένη» χρεοκοπία και την κοινωνία στην ανθρωπιστική κρίση, με το 17,9 % του πληθυσμού να αντιμετωπίζει δυσχέρειες ακόμη και για την κάλυψη των διατροφικών του αναγκών, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ. Απτόητο όμως επιμένει να «διασώζει» τη χώρα και να διεκδικεί την ψήφο των πολιτών, μέσω των δύο παραδοσιακών πυλώνων του (Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή εσχάτως «Ελιά»), χρησιμοποιώντας τα συνηθισμένα δηλητηριώδη μείγματα φθηνών προεκλογικών παροχών και παραπλανητικών υποσχέσεων.

Η προσφορά ενός προεκλογικού δώρου κατά μέσο όρο 500 ευρώ σε καθέναν από τους δικαιούχους του «κοινωνικού μερίσματος» αποτελεί προσβολή για τη νοημοσύνη τους. Αφού η μνημονιακή συγκυβέρνηση τους οδήγησε στην εξαθλίωση, συμμορφούμενη ευπειθώς στις καταστροφικές συνταγές της τριαρχίας των δανειστών (άλλωστε το ίδιο το ΔΝΤ συνομολογεί εκ των υστέρων τα «λάθη» του), τώρα προσπαθεί να εξαγοράσει την ψήφο τους έναντι πινακίου φακής. Έστω και αυτό το πενιχρό «μέρισμα» θα είχε κάποια σοβαρότητα αν επρόκειτο για περιοδική παροχή, με προοπτική συνέχισης στο μέλλον. Εδώ όμως δεν συμβαίνει τίποτε παρόμοιο, αφού ο πρωθυπουργός ανερυθρίαστος ομολογεί τον εφάπαξ χαρακτήρα του μέτρου.

Όσο για το «πρωτογενές πλεόνασμα», από το οποίο υποτίθεται ότι πηγάζει το «μέρισμα» των πεντακοσίων ευρώ, είναι κατασκευασμένο με τη χρήση παραδοσιακών και αυτό μεθόδων «δημιουργικής λογιστικής». Άλλωστε το πρωτογενές πλεόνασμα δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά μέσον προκειμένου να μειωθεί ή έστω να σταματήσει να αυξάνει το τελικό αποτέλεσμα του ισολογισμού, δηλ. το δημόσιο χρέος. Και όμως μέσα στο 2013, όπου υποτίθεται πως επιτεύχθηκε πρωτογενές πλεόνασμα 2,9 δις ευρώ, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από τα 304 δις (στο τέλος του 2012) στα 321 δις (τέλος 2013). Από τα 17 δισεκατομμύρια της διαφοράς λιγότερα από τα μισά οφείλονται στην καταβολή τόκων για το δημόσιο χρέος, με συνέπεια να αποδεικνύεται ότι αντί πλεονασμάτων τα μνημόνια οδηγούν σε διαρκή ελλείμματα.

Όλα αυτά συνιστούν μια συμπαιγνία μεταξύ της μνημονιακής συγκυβέρνησης και της επικυρίαρχης τριαρχίας («τρόικα»), αφού η τελευταία αντιλαμβάνεται ότι η εκτέλεση των εντολών της οδηγεί τους εγχώριους διεκπεραιωτές τους στην πολιτική εξαφάνιση. Μπροστά στο απειλητικό φάσμα της ανάληψης της ευθύνης διακυβέρνησης της χώρας από τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς η τριαρχία αναδιπλώνεται προσωρινά και επιβραδύνει κάπως τη βίαιη πτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, προκειμένου να επαναληφθεί η εξαπάτηση των ψηφοφόρων (όπως με την περιβόητη «επαναδιαπραγμάτευση» στις παραμονές των εκλογών του 2012). Η πολιτική αυτή είναι όμως φανερό ότι καταστρατηγεί το άρθρο 52 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει την «ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης» κατά την ανάδειξη της λαϊκής αντιπροσωπείας, πέρα δηλαδή από αθέμιτους-παροχολογικού χαρακτήρα επηρεασμούς. Αν το τέχνασμα αποδώσει, την προεκλογική επιβράδυνση θα ακολουθήσει η απότομη μετεκλογική επιτάχυνση. Η απάντησή μας δεν πρέπει να είναι η υποταγή αλλά η αντίσταση.


Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ποτάμι με... θολά νερά.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Έθνος 17/3/2014:

Ποτάμι με... θολά νερά.

Τις τελευταίες εβδομάδες ένα νέο κόμμα πραγματοποίησε φαντασμαγορική είσοδο στη δημόσια σφαίρα, Το «Ποτάμι» του γνωστού τηλεοπτικού αστέρα ρέει θριαμβευτικά στις δημοσκοπήσεις, που το εμφανίζουν να καταλαμβάνει την τρίτη ή τέταρτη θέση πανελλαδικά, με ποσοστό υπεραρκετό για την είσοδό του στο κοινοβούλιο όταν προκηρυχθούν εκλογές.
Στην πραγματικότητα όμως δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για πολιτικό κόμμα. Καταρχάς του λείπει η σαφής πολιτική και ιδεολογική φυσιογνωμία, όπως γίνεται εμφανές τόσο από τον απολιτικό, ουδέτερο τίτλο του όσο και από τα φληναφήματα του αρχηγού-ιδρυτή του περί «κλοπής» ιδεών από την αριστερά αλλά και τη δεξιά, προφανώς επειδή δικές του ιδέες και πρόγραμμα δεν έχει. Πολύ περισσότερο βέβαια, αποφεύγει τεχνηέντως να τοποθετηθεί από τη μια ή την άλλη πλευρά της νοητής γραμμής που διαχωρίζει τις πολιτικές δυνάμεις, με βάση την υποταγή τους στις επιταγές της επικυρίαρχης τριαρχίας των δανειστών ή τη διακήρυξη της πρόθεσης έστω να αντισταθούν σε αυτές.
Σε ό,τι αφορά τη συγκρότησή του εξάλλου ο νέος φορέας κάθε άλλο παρά νέος είναι, αφού εμφανίζει τα ίδια παθολογικά χαρακτηριστικά με τα δύο παραδοσιακά κόμματα εξουσίας που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Πρόκειται για ένα σαφώς προσωποκεντρικό-αρχηγικό σχήμα, το οποίο προήλθε από την πρωτοβουλία ενός προσώπου και όχι από κάποιας μορφής συλλογικότητα, ενώ καμία συλλογική διαδικασία δεν προηγήθηκε της ίδρυσής του. Σε παρόμοια ιδρυματικού χαρακτήρα μορφώματα είναι ανέφικτη όχι μόνο η εσωκομματική δημοκρατία, αλλά ακόμη και η θεσμοποίησή τους σε στοιχειωδώς σοβαρή βάση, αφού ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ηγεμόνας δεν μπορεί καν να αυτοδεσμευθεί με τη θέσπιση π.χ, ενός καταστατικού (κι αν αυτό υπάρξει θα είναι εικονικό).
Αν τελικά το νέο σχήμα επαληθεύσει τα δημοσκοπικά προγνωστικά, τούτο θα σημαίνει ότι σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας τίποτα δεν διδάχθηκε από το οδυνηρό μάθημα της χρεοκοπίας και αναζητά μεσσίες για να τους αναθέσει εργολαβικά τη σωτηρία της. Η σωτηρία όμως πρόκειται να προέλθει μόνο από τη συλλογική αφύπνιση και δράση των πολιτών.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Τρόικα, "μαγαζάκια" και κυβερνητική υποκρισία.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αυγή 16/3/2014:

Τρόικα, "μαγαζάκια" και κυβερνητική υποκρισία.

Την προηγούμενη εβδομάδα παρακολουθήσαμε ένα πολιτικό αλλά και συνταγματικό θέατρο του παραλόγου εκ μέρους της μνημονιακής συγκυβέρνησης. Υφυπουργός της τελευταίας, σε κρίσιμο οικονομικό υπουργείο, δήλωσε δημόσια ότι η τριαρχία των δανειστών είναι «μαγαζάκι που εξυπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα».
Επί της ουσίας βέβαια η δήλωση ανταποκρίνεται στην αλήθεια και μάλιστα σε μια αλήθεια που έχει γίνει αντιληπτή από πολύ καιρό σε όλους τους νοήμονες παρατηρητές των πολιτικών μας πραγμάτων. Έτσι π.χ. η επιμονή της τριαρχίας στο φαινομενικά ασήμαντο θέμα της διάρκειας των συσκευασιών γάλακτος υποκρύπτει μάλλον την πρόθεση συγκεκριμένων πολυεθνικών ομίλων να κυριαρχήσουν στην ελληνική αγορά, δίνοντας τη χαριστική βολή στην προβληματική (κυρίως λόγω των κοινοτικών «ποσοστώσεων» της προηγούμενες δεκαετίες) ελληνική κτηνοτροφία κ.ο.κ. 
Το ζήτημα όμως δεν είναι τόσο τι συμβαίνει στην πράξη, όσο τι αποτελεί κυβερνητική θέση και τι όχι. Αν ο πρωθυπουργός, σε ένα τόσο κεντρικό θέμα για τη λειτουργία της κυβέρνησής του, όπως είναι η συνεργασία της με την επικυρίαρχη τριαρχία των δανειστών, έχει την ίδια γνώμη με τον υφυπουργό του, τότε θα έπρεπε να το δηλώσει ευθαρσώς ο ίδιος και να καταγγείλει την τριαρχία στους εντολείς της, δηλ. στις κυβερνήσεις των άλλων κρατών της ευρωζώνης και στην κοινή γνώμη των χωρών τους. Και τούτο διότι προφανώς οι «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» που απαιτεί ένα τέτοιο «μαγαζάκι» δεν αποσκοπούν στην ανάταξη της καταρρέουσας ελληνικής οικονομίας, αλλά στην εξυπηρέτηση των πελατών του. 
Αν αντίθετα ο πρωθυπουργός θεωρεί ότι ο υφυπουργός του διασπείρει ψευδείς ειδήσεις και συκοφαντεί τους αξιότιμους και καλοπροαίρετους εκπροσώπους των δανειστών, τότε οφείλει να ζητήσει την παραίτησή του ή να τον παύσει. Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 2 του Συντάγματος, ο «Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της», ενώ το άρθρο 37 παρ. 2 του δίνει την αρμοδιότητα να προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το διορισμό και την παύση Υπουργών και Υφυπουργών. 
Στην πραγματικότητα, οι δηλώσεις του υφυπουργού για «μαγαζάκι» μάλλον εντάσσονται στην κυβερνητική ρητορική περί «αντίστασης» στις εξωφρενικές απαιτήσεις της τριαρχίας των δανειστών, προκειμένου να δημιουργηθούν προεκλογικές εντυπώσεις. Αυτά όμως είναι ασύμβατα με τους κομπασμούς του ίδιου του πρωθυπουργού περί “success story”, όπου βέβαια η υποτιθέμενη « επιτυχία» θα έπρεπε, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, να πιστωθεί και στις νεοφιλελεύθερες συνταγές τριαρχίας. Αν η τελευταία είναι «μαγαζάκι», δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και αρχιτέκτονας της «επιτυχίας». Η κυβερνητική υποκρισία καταλήγει σε συνταγματική και πολιτική σχιζοφρένεια.


Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι σοσιαλισμός.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα RealNews της Κυριακής  9/3/2014.


Πάνω από την Ευρώπη πλανάται το φάντασμα του «κεφαλαιακού φόρου». Στις σελίδες 53 – 54 της μηνιαίας έκθεσής της μηνός Ιανουαρίου 2014 (δημοσιεύθηκε στις 24.1.2014) η γερμανική κεντρική τράπεζα (Bundesbank) το προτείνει ξεκάθαρα: « «Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης μιας επαπειλούμενης πτώχευσης κράτους μια εφάπαξ κεφαλαιακή εισφορά θα ήταν προτιμότερη από τις εναλλακτικές προοπτικές». Εξάλλου τούτο θα ανταποκρινόταν στην «αρχή της εθνικής ευθύνης», σύμφωνα με την οποία «για τις υποχρεώσεις του κράτους θα ευθύνονται πρώτα οι δικοί του φορολογούμενοι , πριν ζητηθεί η αλληλεγγύη άλλων κρατών». Η έκθεση διευκρινίζει βέβαια ότι μια τέτοια κεφαλαιακή εισφορά (Vermögensabgabe) πρέπει να εξετασθεί μόνο σε απολύτως εξαιρετικές καταστάσεις. Και για να μη μας μείνει καμιά αμφιβολία για ποιον χτυπά η καμπάνα, η ίδια έκθεση τόνιζε προηγουμένως, στη σελίδα 46, ότι από τις χώρες που  αφορά η (χρηματοπιστωτική) κρίση, η Ελλάδα συνιστά μια εξαιρετική περίπτωση (Sonderfall).
Στην πραγματικότητα όμως ο όρος Vermögensabgabe έχει εθνικοσοσιαλιστική (ναζιστική) προέλευση. Το ναζιστικό καθεστώς εξέδωσε στις 12 και 21 Νοεμβρίου 1938, Διατάγματα για την επιβολή «εξιλεωτικής» (Sühneleistung) κεφαλαιακής εισφοράς, σε ποσοστό 20% (αργότερα αυξήθηκε σε 25%) επί των κεταγεγραμμένων εβραϊκών περιουσιών (Judenvermögensabgabe) .
Τα Διατάγματα αυτά, δημοσιεύθηκαν με υπογραφή του στρατάρχη Γκαίρινγκ στη γερμανική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Reichgesetzblatt), τεύχ. Ι, σελ. 1579 και 1638-9 και προέβλεπαν την καταβολή της «εισφοράς» σε τέσσερις ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Ωστόσο και το υπόλοιπο των εβραϊκών χρηματικών διαθεσίμων που ήταν κατατεθειμένα σε γερμανικές (και αυστριακές) τράπεζες δεσμεύθηκε και επιτρεπόταν μόνο εξαιρετικά περιορισμένες μηνιαίες αναλήψεις, εωσότου οι δικαιούχοι οδηγήθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως και θανατώθηκαν μαζικά.
Και μόνο η χρήση του ίδιου ακριβώς όρου (Vermögensabgabe) τότε και σήμερα αποδεικνύει πόση λίγη συναίσθηση της ιστορικής της ευθύνης έχει η γερμανική άρχουσα τάξη. Επί της ουσίας εξάλλου πρόκειται για το ίδιο πράγμα, δηλ. μαζικής κλίμακας καταλήστευση ιδιωτικής περιουσίας από το γερμανικό κράτος με εθνοτικά ή φυλετικά κριτήρια. Η ιδεολογική προετοιμασία του εδάφους τότε είχε επιτευχθεί με τη δαιμονοποίηση του «Εβραίου» στα προπολεμικά χρόνια, όταν μεταξύ άλλων ο Αδόλφος Χίτλερ στο βιβλίο του «Ο  Αγών μου» (Α΄ τόμος, σ. 419 της ελληνικής μετάφρασης, εκδ. Κάκτος 2006) τον χαρακτήριζε ως «πραγματική αιματορουφήχτρα που κολλάει πάνω στο σώμα του δύστυχου λαού». Αυτή η προσωποποίηση του άλλου, ώστε να  ακολουθήσει η στοχευμένη διοχέτευση εθνικού / εθνοτικού μίσους, παρατηρείται όμως και τα τελευταία χρόνια, όταν η γερμανική πολιτική ελίτ, με προεξάρχουσα την καγκελάριο Μέρκελ, αναφέρεται συστηματικά σε «αμαρτωλά κράτη» (Sünderstaaten) του μεσογειακού νότου. Η απόδοση ηθικών ιδιοτήτων σε κράτη, αντί για άτομα, αποσκοπεί  στην κατασυκοφάντηση ενός ολόκληρου λαού ως «αμαρτωλού», προκειμένου αυτός να υποστεί τελικά μεταχείριση «εσωτερικού εχθρού» της ευρωζώνης.
Η «κεφαλαιακή εισφορά» σε βάρος των πολιτών συγκεκριμένου κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Τέτοιες είναι η απαγόρευση δημευτικής φορολόγησης που απορρέει από το άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το αντίστοιχο άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, σε συνδυασμό με την απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας σύμφωνα με το άρθρο 18 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ένωσης. Όλα αυτά όμως δεν φαίνεται να απασχολούν τη γερμανική «ελίτ».
Η επιδίωξη της τελευταίας είναι να φορτώσει στους ώμους ολόκληρου του ελληνικού λαού τις συνέπειες της υπερχρέωσης της χώρας, για την οποία είναι ένοχο το ελληνικό κλεπτοκρατικό σύστημα εξουσίας αλλά και συνένοχες οι ευρωπαϊκές «ελίτ» (π.χ. για τις μίζες της Siemenes υπόλογοι δεν είναι μόνο οι δωρολήπτες πολιτικοί αλλά και η γερμανική εταιρία που τους δωροδοκούσε). Και βέβαια η κατάληξη δεν θα είναι η απαλλοτρίωση του κεφαλαίου σε όφελος της ελληνικής κοινωνίας, αλλά η ολοκληρωτική εξαθλίωση της και μακροπρόθεσμα η συντέλεση μιας αργής οικονομικής γενοκτονίας σε βάρος της και σε όφελος του διεθνούς και ειδικότερα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Η αντίσταση και όχι η ευπειθής συμμόρφωση πρέπει να είναι η απάντηση.