Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Αδυνατεί να αποτρέψει τις διακρίσεις εις βάρος ασθενών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στρασβούργο, 06/07/2016


Αδύναμη να προστατέψει πολίτες που υφίστανται διακρίσεις λόγω ασθένειας την οποία αντιμετώπισαν στο παρελθόν, δήλωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά από σχετική ερώτηση του Κώστα Χρυσόγονου. Ο Ευρωβουλευτής στην ερώτησή του είχε τονίσει πως παρότι οι εξελίξεις στον τομέα αντιμετώπισης του καρκίνου έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των ασθενών που ξεπερνούν το πρόβλημα υγείας, παρατηρούνται δυσκολίες στην εύρεση εργασίας ή παροχής χρηματοδότησης από τραπεζικά ιδρύματα λόγω φόβων σχετικά με το προσδόκιμο ζωής των ασθενών ή την επανεμφάνιση της νόσου. Στην απάντησή της η Επίτροπος Thyssen αναγνώρισε τη σημαντική αύξηση των ποσοστών επιβίωσης των καρκινοπαθών και αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας τους καθώς και στην απαγόρευση εργασιακών διακρίσεων. Εντούτοις τόνισε πως η προστασία των πολιτών εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές.


Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης και της απάντησης:

Σύμφωνα με ιατρικές έρευνες των τελευταίων ετών, η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών ενάντια στον καρκίνο αυξάνεται σημαντικά χάρη σε νέες τεχνολογίες και βελτιωμένες θεραπείες που εφαρμόζονται. Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, χιλιάδες πολίτες, που έχουν έρθει αντιμέτωποι με την ασθένεια αυτή και κατάφεραν να αντεπεξέλθουν, στερούνται οικονομικών, εργασιακών και ευρύτερα κοινωνικών δυνατοτήτων μετά τη θεραπεία τους. Συγκεκριμένα παρατηρούνται δυσκολίες ως προς την εύρεση εργασίας, την ασφάλιση ή ακόμα και την παροχή χρηματοδότησης από τραπεζικά ιδρύματα [1]. Οι αιτίες εντοπίζονται κυρίως σε φόβους ή υποψίες που κυριαρχούν στην κοινωνία ως προς το προσδόκιμο ζωής των ασθενών, παρά τις αλματώδεις εξελίξεις στην αντιμετώπιση της ασθένειας και παρά τις εμφανώς βελτιούμενες επιδόσεις των ασθενών. Παράλληλα με τις πρακτικές δυσκολίες που καλούνται να διαχειριστούν, οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με ζητήματα κατάθλιψης, αδυναμίας κάλυψης βασικών αναγκών ή άλλους κινδύνους λόγω των διακρίσεων που βιώνουν.

Ερωτάται η Επιτροπή :
– Είναι ενήμερη ως προς το φαινόμενο αυτό αλλά και τις δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν πολίτες που νόσησαν;
– Σε τι είδους ενέργειες σχεδιάζει να προβεί για να ευαισθητοποιήσει μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας μας, αλλά και των παραγωγικών φορέων, ώστε να βελτιώσει τις προοπτικές ίσης αντιμετώπισης των ασθενών;


Απάντηση της κ. Thyssen
εξ ονόματος της Επιτροπής

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των ποσοστών επιβίωσης των καρκινοπαθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση [2]. Η αύξηση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί από την πρόοδο για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου, την αποτελεσματικότητα των θεραπειών και τη γήρανση του πληθυσμού με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Η πενταετής παγκόσμια διάδοση όλων των καρκίνων αφορά περίπου 8.5 εκατομμύρια άτομα που έχουν θεραπευτεί ή εξακολουθούν να ζουν με την ασθένεια [3].
Η Επιτροπή είναι ενήμερη για την αύξηση του αριθμού των πρώην καρκινοπαθών και έχει δρομολογήσει μια κοινή δράση [4] που θα περιλαμβάνει κατάλογο των συστάσεων της ΕΕ βάσει στοιχείων και εργαλείων στον τομέα της επιβίωσης και της αποκατάστασης με σκοπό τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου στον τομέα αυτό [5].
Η οδηγία 2000/78/ΕΚ [6] απαγορεύει τις διακρίσεις για ορισμένους λόγους, οι οποίοι απαριθμούνται εξαντλητικά, συμπεριλαμβανομένης της αναπηρίας. Καλύπτει τον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας και αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, καθώς και τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων. Επίσης, υποχρεώνει τους εργοδότες να παρέχουν εύλογες προσαρμογές για τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες.
Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται μόνο στις ασθένειες που συνεπάγονται περιορισμό ο οποίος οφείλεται ειδικότερα σε μακροχρόνιες σωματικές, διανοητικές ή ψυχικές βλάβες, οι οποίες σε συνδυασμό με διάφορα εμπόδια μπορούν να δυσχεράνουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του συγκεκριμένου ατόμου στον επαγγελματικό βίο σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Ασθένειες που δεν συνεπάγονται τέτοιο περιορισμό δεν καλύπτονται από την οδηγία. Εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, να εξακριβώσουν αν υπάρχει διάκριση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφού εξετάσουν όλα τα σχετικά στοιχεία.

________________________________________
[3] Int. J. Cancer : 132, 1133-1145 (2013) UICC
[4] Κοινή δράση για τον ολοκληρωμένο έλεγχο του καρκίνου (CANCON).
[7] Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ασθένεια αυτή καθεαυτήν, δεν περιλαμβάνεται ούτε στο αρθρο 19 της ΣΛΕΕ ούτε στην οδηγία 2000/78/ΕΚ. Βλ., σχετικά, ιδίως αποφάσεις του ΔΕΚ στις υποθέσεις C-13/05, Chacοn Navas, σκέψεις 53, και C-335/11, HK Danmark, σκέψη 41. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου