Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγικό αναπτυξιακό σχεδιασμό


Δημοσιευμένο άρθρο του Κώστα Χρυσόγονου στο insider.gr


Τα τελευταία (Ιανουάριος 2017) στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για τους περιφερειακούς λογαριασμούς, που αφορούν την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ανά περιφέρεια για τα έτη 2013-2014, αναδεικνύουν μια παραμελημένη όψη της ελληνικής κρίσης. Πρόκειται για τη μεγάλη ανισότητα μεταξύ των περιφερειών της χώρας, με την πλουσιότερη (Αττική) να εμφανίζει διπλάσιο κατά κεφαλή ΑΕΠ από τη φτωχότερη (Ανατολική Μακεδονία-Θράκη), δηλ. 22.377 ευρώ έναντι μόλις 11.366. Εξάλλου δύο μόλις περιφέρειες βρίσκονται πάνω από τον εθνικό μέσο όρο των 16.336 ευρώ (Αττική και Νότιο Αιγαίο) και όλες οι άλλες υπολείπονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο περιφέρειες (Κεντρική Μακεδονία και Ανατολική Μακεδονία-Θράκη) οι οποίες συνορεύουν με τη Βουλγαρία, δηλ. το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το χαμηλότερο κατά κεφαλή εισόδημα (7.753 ευρώ για το 2014, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία του ΔΝΤ), βρίσκονται πολύ πιο κοντά στα βουλγαρικά επίπεδα παρά στα… αθηναϊκά (!), αφού και η Κεντρική Μακεδονία δεν ξεπερνά τις 12.500 ευρώ κατά κεφαλή.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάλυση της προστιθέμενης αξίας ανά κλάδο και περιφέρεια για το 2014. Εκεί παρατηρούμε ότι ο πρώτος κλάδος οικονομικής δραστηριότητας σε προστιθέμενη αξία για το 2014 είναι το εμπόριο, οι μεταφορές και οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης, με 37,6 δις ευρώ. Στη δεύτερη θέση βρίσκονται οι υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης, εκπαίδευσης και υγείας με 33 δις ευρώ και στην τρίτη η διαχείριση ακινήτων με 28,7 δις ευρώ. Η μεταποίηση, περιλαμβανομένων των ορυχείων και λατομείων, της παροχής ενέργειας και νερού και της διαχείρισης αποβλήτων καταλαμβάνει μόλις την τέταρτη θέση, με 21,1 δις ευρώ, ενώ η γεωργία (και δασοκομία-αλιεία) την… ένατη (!) στο σύνολο των δέκα μεγάλων κλάδων που καταμετρά η ΕΛ.ΣΤΑΤ., με 5,8 δις ευρώ, ξεπερνώντας μόνο τις σχεδόν ανύπαρκτες κατασκευές (3,9 δις).

Από όλα αυτά προκύπτει η εικόνα ενός παθολογικού αθηνοκεντρισμού (η Αττική παράγει το 48,3% του συνολικού ΑΕΠ) και μιας οικονομίας μεταπρατικής, προσοδοθηρικής και εσωστρεφούς, με αποκλειστική σχεδόν έμφαση στον τριτογενή τομέα και εντελώς συρρικνωμένη την πρωτογενή (αγροτική) και δευτερογενή (βιομηχανική) παραγωγή. Αν προσθέσουμε την τραγική υστέρηση στις υφιστάμενες θέσεις εργασίας (3,7 εκατομμύρια στην Ελλάδα ή 33% του συνολικού πληθυσμού έναντι 217 εκατομμυρίων στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή 43% του πληθυσμού της) διαπιστώνουμε ότι η ελληνική οικονομία, και κατ’ επέκταση η ελληνική κοινωνία, δεν διαθέτει αυτή τη στιγμή ένα βιώσιμο παραγωγικό πρότυπο.

Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγικό αναπτυξιακό σχεδιασμό, με άξονες την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, την ενίσχυση των πραγματικά παραγωγικών δραστηριοτήτων σε τομείς όπου έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα και την αποκέντρωση της οικονομίας και του πληθυσμού. Ο σχεδιασμός αυτός, καθώς και η συνεπής υλοποίησή του σε βάθος χρόνου, μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα σοβαρού διαλόγου μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του συνταγματικού τόξου και των κοινωνικών φορέων, ώστε να επιτευχθούν οι ευρύτερες δυνατές συναινέσεις. Διαφορετικά η πτωχοποίηση και η πληθυσμιακή αποψίλωση της χώρας θα συνεχισθούν ακάθεκτες, διακυβεύοντας μακροπρόθεσμα την ίδια την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου