Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Ζητούμενο η τήρηση, όχι η αναθεώρηση.


Αναδημοσίευση από εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής στις 11/5/2014

Για «εκ βάθρων αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος της χώρας» έκανε λόγο στις 7.5.2014 ο πρωθυπουργός, παρουσιάζοντας τις προτάσεις της «Νέας Δημοκρατίας» για μια νέα συνταγματική αναθεώρηση. Εννοείται ότι οι προτάσεις δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης ούτε στην κοινοβουλευτική ομάδα ούτε στην κεντρική επιτροπή της Ν.Δ, αφού τα θεσμοθετημένα όργανα έχουν de facto αχρηστευθεί. Συνιστούν τον καρπό των εργασιών μιας ad hoc επιτροπής υπό τον αντιπρόεδρο του κόμματος και προφανώς οι βουλευτές θα κληθούν απλώς να τις ψηφίσουν, κατά παράβαση για μια ακόμη φορά κάθε έννοιας εσωκομματικής δημοκρατίας (και, ειρήσθω εν παρόδω, του λησμονημένου σχετικού άρθρου 29 παρ. 1 Συντ.)
Χρονικά εξάλλου η πρωθυπουργική εξαγγελία είναι άκαιρη. Η αναθεώρηση είναι μια εξ ορισμού συναινετική διαδικασία, αφού το άρθρο 110 του Συντάγματος θέτει ως προϋπόθεση τη συγκέντρωση της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών στη Βουλή η οποία θα διαπιστώσει την ανάγκη αναθεώρησης και της απόλυτης πλειοψηφίας στην επόμενη, δηλ. την Αναθεωρητική Βουλή (ή αντίστροφα). Σε προεκλογικές όμως περιόδους, όπως αυτή που διανύουμε, η κομματική αντιπαράθεση οξύνεται, καθιστώντας τις συναινέσεις ακόμη δυσχερέστερες από ό,τι συνήθως. Σημειωτέον μάλιστα ότι το χρονικό όριο της πενταετίας από την προηγούμενη αναθεώρηση είχε παρέλθει από τον Ιούνιο του 2013, αλλά ο πρωθυπουργός «θυμήθηκε» την αναθεώρηση μόλις τώρα, εκτιθέμενος έτσι στη μομφή ότι απλώς εξαπολύει προεκλογικό πυροτέχνημα.
Επί της ουσίας οι τριάντα προτάσεις θα μπορούσαν να διαχωρισθούν σε τέσσερις κατηγορίες. Πρώτον, σε εκείνες για τις οποίες σε εύθετο χρόνο θα μπορούσε να υπάρξει μια ευρεία συναίνεση, όπως η πρόβλεψη διενέργειας δημοψηφίσματος (και) με λαϊκή πρωτοβουλία, η αναθεώρηση των διατάξεων για την ποινική ευθύνη των υπουργών και την ασυλία των βουλευτών και η θέσπιση χρονικών ορίων στις θητείες αιρετών αξιωματούχων (ήδη π.χ. το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ προβλέπει ανώτατο όριο θητείας για τους βουλευτές του κόμματος). Ωστόσο «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες» και άρα πολλά θα εξαρτηθούν από το πώς ακριβώς εννοεί τις προτάσεις του ο πρωθυπουργός.
Μια δεύτερη κατηγορία αποτελούν οι προτάσεις που διατυπώνονται κατά τρόπο παντελώς αόριστο και άρα είναι ανεπίδεκτες εκτίμησης έως την εξειδίκευσή τους, όπως π.χ. εκείνη για τον «εξορθολογισμό» της λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών (σε τι ακριβώς θα συνίσταται ο «εξορθολογισμός»;). Το πιο προκλητικό εδώ είναι η γενικόλογη αναφορά σε «ουσιαστικό εκδημοκρατισμό των πολιτικών κομμάτων», τη στιγμή κατά την οποία ο ίδιος ο πρωθυπουργός συμπεριφέρεται περίπου ως μεσαιωνικός μονάρχης στο ίδιο το κόμμα του (με πιο χαρακτηριστικό τον συμβολικό πολιτικό «αποκεφαλισμό» του Νικήτα Κακλαμάνη πριν λίγες εβδομάδες, με την επιδεικτική τελετουργία του ιδιόγραφου αρχηγικού σημειώματος επί των εδράνων του Προεδρείου της Βουλής).
Σε μια τρίτη κατηγορία θα μπορούσαν να καταταχθούν προτάσεις κενές περιεχομένου, που διατυπώνονται για ψηφοθηρικούς και μόνο λόγους και ευτελίζουν τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες. Προτείνεται π.χ. «η κατάργηση των πολλών γενικών γραμματειών των υπουργείων». Ευλόγως θα διερωτηθεί κάθε καλόπιστος παρατηρητής γιατί δεν έχουν καταργηθεί αυτές με κοινό νόμο και ποιος άραγε διόρισε όλους όσοι κατέχουν τις αντίστοιχες θέσεις σήμερα. Ή ακόμη εκτοξεύεται το σύνθημα της «μείωσης του αριθμού των βουλευτών» και αποσιωπάται ότι το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 51 παρ. 3) δίνει και σήμερα ακόμη τη δυνατότητα να μειωθεί ο αριθμός τους σε 200, με αλλαγή απλώς του εκλογικού νόμου (τότε όμως ο κ. Σαμαράς θα χρειαζόταν να «αποκεφαλίσει» όχι έναν, αλλά δεκάδες βουλευτές του).
Τέλος μια τέταρτη κατηγορία συνιστούν οι προτάσεις που διατυπώνονται για να τονίσουν ακριβώς την πολεμική-προεκλογική διάσταση της πρωθυπουργικής πρωτοβουλίας, ενώ όλοι γνωρίζουν ότι τουλάχιστον τα κόμματα της αριστεράς θα αντιταχθούν (π.χ. για αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος).
Γενικότερα πάντως το ζητούμενο τη στιγμή αυτή δεν είναι η αναθεώρηση, αλλά η τήρηση του Συντάγματος. Το τελευταίο καταστρατηγείται με την ισοπέδωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, με την συστηματική παραβίαση των συνταγματικών τύπων της νομοθετικής διαδικασίας και τελικά με τη σιωπηρή μεταβολή της ίδιας της μορφής του πολιτεύματος από δημοκρατία καταρχάς σε κλεπτοκρατία και στη συνέχεια σε χρεοκρατία (βλ. αναλυτικότερα Κ. Χρυσόγονου, Η καταστρατήγηση του Συντάγματος στην εποχή των μνημονίων, 2013). Και την απάντηση σ’ αυτό δεν είναι σε θέση να τη δώσει ο πρωθυπουργός, παρά μόνο ο ελληνικός λαός στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου