Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Έκθεση του Κώστα Χρυσόγονου σχετικά με τη χρήση της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής που υπερψηφίστηκε από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

 
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ


Σκοπός της διαδικασίας

Σκοπός της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής είναι να καταστήσει δυνατή την ταχύτερη είσπραξη χρηματικών ποσών στο πλαίσιο διασυνοριακών διαδικασιών. Η διαδικασία έχει προαιρετικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι διατίθεται σε διασυνοριακές υποθέσεις εναλλακτικά σε σχέση με τις διάφορες ισοδύναμες εθνικές διαδικασίες. Με απλά λόγια, η διαδικασία επιτρέπει στους πιστωτές να ζητήσουν χωρίς δυσκολία την έκδοση μιας διαταγής πληρωμής προκειμένου να ικανοποιήσουν μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί δι αλληλογραφίας ή, συχνά, και ηλεκτρονικά, δεν προϋποθέτει τη συνδρομή δικηγόρου και είναι εκτελεστή, χωρίς πρόσθετες διατυπώσεις, σε άλλα κράτη μέλη.
Η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής εκδίδεται αυτομάτως, με βάση την αίτηση και μόνον, ο οφειλέτης, ωστόσο, μπορεί να διατυπώσει αντιρρήσεις εντός τριάντα ημερών. Σε περίπτωση μιας τέτοιας αντίρρησης, η διαδικασία τερματίζεται και μπορεί να ξεκινήσει μια κατ’ αντιδικίαν δικαστική διαδικασία.

Χρήση της διαδικασίας

Σύμφωνα με την Επιτροπή υποβάλλονται ετησίως 12.000 περίπου αιτήσεις για ευρωπαϊκές διαταγές πληρωμής. Η διαδικασία φαίνεται ότι εφαρμόζεται περισσότερο σε χώρες που διαθέτουν μια παρόμοια εθνική διαδικασία, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με το σύστημα αυτό. Σε ορισμένα κράτη μέλη, η διαδικασία εφαρμόζεται σε πολύ μικρό βαθμό και για το λόγο αυτό πρέπει να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες προκειμένου να ενημερωθούν οι επιχειρήσεις και οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα για την ύπαρξη και τα πλεονεκτήματα της σχετικής διαδικασίας.

Πρακτική εφαρμογή

Για την αποτελεσματική εφαρμογή της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις· πρώτον, η διαταγή πληρωμής πρέπει να χορηγείται με ταχύτητα χωρίς να εξετάζεται λεπτομερώς η σχετική απαίτηση. Ο κανονισμός προβλέπει ότι οι διαταγές πληρωμής πρέπει να εκδίδονται εντός τριάντα ημερών. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ενώ σε ορισμένα κράτη μέλη οι διαταγές πληρωμής εκδίδονται εμπρόθεσμα, σε άλλα κράτη μέλη απαιτείται πολύ περισσότερος χρόνος που σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνει και τους έξι μήνες. Αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.
Δεύτερον, τα σχετικά έντυπα θα πρέπει να μπορούν να υποβληθούν ηλεκτρονικά. Σήμερα, τα έντυπα μπορούν να συμπληρωθούν ηλεκτρονικά, γεγονός που μειώνει ήδη τον αριθμό των σφαλμάτων και των παραλείψεων στα έντυπα. Αυτό θα συμβάλει επίσης στη μείωση του αριθμού των αιτήσεων που επιστρέφονται προς διόρθωση ή συμπλήρωση. Περαιτέρω πρόοδος στον τομέα αυτό μπορεί, ειδικότερα, να επιτευχθεί μέσω του συστήματος e-Codex, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις να μπορούν να υποβληθούν ηλεκτρονικά.
Τρίτον, δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή έχει διασυνοριακό χαρακτήρα, τα κράτη μέλη θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να κάνουν δεκτές αιτήσεις και σε άλλες γλώσσες. Η Γαλλία αποτελεί εν προκειμένω πρότυπο, καθώς στη χώρα αυτή γίνονται δεκτές αιτήσεις σε πέντε γλώσσες. Στα περισσότερα άλλα κράτη μέλη, ωστόσο, δεν γίνονται δεκτές αιτήσεις σε άλλες γλώσσες.

Νομικά ζητήματα

Στο πλαίσιο της εφαρμογής της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής έχει ανακύψει μια σειρά νομικών προβλημάτων. Πρώτον, δεν υπάρχουν στον αρχικό κανονισμό ρητές διατάξεις σχετικά με τους καταβλητέους τόκους για την κύρια απαίτηση. Το ζήτημα έχει αποσαφηνιστεί νομολογιακά: Με την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής μπορούν να ζητηθούν τόκοι για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και της αποπληρωμής της [1]. Ωστόσο, η άσκηση της αξίωσης αυτής θα μπορούσε να καταστεί απλούστερη με μια σαφέστερη διατύπωση των σχετικών τμημάτων.
Δεύτερον, είναι προφανές ότι μια πλήρως αυτοματοποιημένη διεκπεραίωση της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, όπως οι αντίστοιχες εθνικές διαδικασίες, δεν είναι πάντοτε συμβατή στην πράξη με τις απαιτήσεις προστασίας των καταναλωτών. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, ακόμη και αν το δικαστήριο δεν θα πρέπει κανονικά να εξετάζει την υποκείμενη για την έκδοση διαταγής πληρωμής νομική κατάσταση, η αποτελεσματικότητα του δικαίου περί προστασίας των καταναλωτών επιβάλλει ότι το δικαστήριο θα πρέπει τουλάχιστον να εξετάζει εάν ο συμβατικός όρος, δυνάμει του οποίου μια επιχείρηση απαιτεί την πληρωμή, είναι δίκαιος για τον καταναλωτή [2]. Εάν ο όρος αυτός είναι αθέμιτος, η διαταγή πληρωμής δεν πρέπει να εκδίδεται. Αυτό είναι συμβατό με τον κανονισμό, δεδομένου ότι σε αυτόν ορίζεται ότι το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει εάν μια απαίτηση είναι βάσιμη.

Αντιρρήσεις και επανεξέταση

Όταν ο καθ' ου η αίτηση διατυπώνει αντιρρήσεις, η διαδικασία δεν μπορεί να συνεχιστεί. Ανάλογα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος, η υπόθεση μπορεί να αποσυρθεί, να συνεχιστεί σε μια τακτική δίκη ή, μετά την αναθεώρηση του 2015, να συνεχιστεί στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών. Ο αριθμός των αντιρρήσεων ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό στα επιμέρους κράτη μέλη και συναρτάται προφανώς με το αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει παρόμοιες διαδικασίες. Στις χώρες στις οποίες υφίσταται μια τέτοια εθνική διαδικασία, ο αριθμός των αντιρρήσεων είναι σχετικά μικρός, ενώ σε ορισμένες άλλες το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 50%.
Λόγω του χαρακτήρα της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, αναθεώρηση επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για παράδειγμα, όταν δεν γίνεται σεβαστό το δικαίωμα υπεράσπισης. Το 2015, εξετάστηκε το ενδεχόμενο να τροποποιηθούν οι διατάξεις σχετικά με την επανεξέταση σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το κείμενο ωστόσο παραμένει μέχρι σήμερα αμετάβλητο. Μία αποσαφήνιση θα ήταν ωστόσο επιθυμητή.

Δυνητικές αλλαγές της διαδικασίας

Ο εισηγητής φρονεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναθεωρήσει ορισμένα από τα τυποποιημένα έντυπα προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διάφορες αλλαγές που έχουν επέλθει με την πάροδο των ετών, καθώς και για να καταστούν σαφέστερα τα τμήματα που αφορούν την καταβολή τόκων. Όσον αφορά τον κανονισμό καθαυτό, ο εισηγητής δεν θεωρεί ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη για αλλαγές, πιστεύει ωστόσο, ότι, ενόψει της προόδου που έχει επιτευχθεί στο οικογενειακό δίκαιο της ΕΕ, ορισμένοι από τους περιορισμούς του πεδίου εφαρμογής της διαδικασίας θα μπορούσαν να καταργηθούν. Περισσότερες προσπάθειες πρέπει επίσης να καταβληθούν όσον αφορά τις αιτήσεις για την αναθεώρηση των ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής.

________________________________________
[1] Απόφαση του Δικαστηρίου (Πρώτο Τμήμα) της 13ης Δεκεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-215/11, Iwona Szyrocka κατά SiGer Technologie GmbH, ECLI:EU:C:2012:794, σκέψη 53.
[2] Απόφαση του Δικαστηρίου (Πρώτο Τμήμα) της 14ης Ιουνίου 2012 στην υπόθεση C-618/10, Banco Español de Crédito SA v Joaquín Calderón Camino, ECLI:EU:C:2012:349, σκέψη 57.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου